Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Τι είναι η litost

Litost είναι μιά τσέχικη λέξη που δε μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Δηλώνει ένα αίσθημα σαν τεντωμένη αρμόνικα, ένα αίσθημα που είναι σύνθεση πολλών άλλων αισθημάτων: της θλίψης, του οίκτου, των τύψεων και του παράπονου. Η πρώτη συλλαβή αυτής της λέξης, προφερμένη με έμφαση και για πολύ, ηχεί σαν το θρήνο ενός εγκαταλειμμένου σκυλιού.
Κάτω όμως από ορισμένες περιστάσεις, η λέξη litost έχει αντίθετα σημασία πολύ στενή, ιδιαίτερη, ακριβή και λεπτή σαν κοφτερό μαχαίρι. Ψάχνω μάταια να βρώ γι αυτήν τη λέξη κάποια αναλογία σε άλλες γλώσσες, αν και δεν το χωράει ο νους μου πώς χωρίς αυτήν μπορεί κανείς να καταλάβει την ανθρώπινη ψυχή. Θα φέρω ένα παράδειγμα: O φοιτητής κολυμπούσε με τη φοιτήτρια στο ποτάμι. Η κοπέλα ήταν αθλήτρια κι αυτός κολυμπούσε άσχημα. Δεν ήξερε να αναπνέει κάτω από το νερό, κολυμπούσε σιγά με το κεφάλι σπασμωδικά υψωμένο πάνω απ΄την επιφάνεια του νερού. Η κοπέλα τον αγαπούσε τρελά κι ήταν τόσο ευγενική που κολυμπούσε το ίδιο σιγά όπως αυτός. Αλλά όταν το κολύμπι πλησίαζε στο τέλος, θέλησε να εξοφλήσει γρήγορα το χρέος του αθλητικού της πόθου και τράβηξε με γρήγορες κινήσεις προς την άλλη ακτή. Ο φοιτητής προσπάθησε να κολυμπήσει κι αυτός γρήγορα κι ήπιε κάμποσο νερό. Ένοιωσε ταπεινωμένος, εκτεθειμένος μέσα στη σωματική του κατωτερότητα κι αισθάνθηκε εκείνη την ξεχωριστή θλίψη, που δεν είναι δυνατόν να την ονοματίσουμε αλλιώς από litost. Πέρασαν απ' το μυαλό του τα άρρωστα παιδικά του χρόνια, τα χωρίς άθληση και φίλους, κάτω από το γεμάτο φροντίδα μάτι της μητέρας, κι ένοιωσε απόγνωση γι τον εαυτό του και για τη ζωή του. Στο δρόμο που γυρνούσαν για την πόλη σώπαινε. Ήταν πληγωμένος και ταπεινωμένος και ποθούσε τρομερά να τη χτυπήσει. Τι έχεις, τον ρώτησε κι αυτός άρχισε ένα κατηγορητήριο, πως στην άλλη όχθη του ποταμού υπάρχουν τάχα ρουφήχτρες, πως της το είχε απαγορεύσει να κολυμπήσει εκεί, πως θα μπορούσε να πνιγεί- και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει κι αυτός όταν είδε στο πρόσωπό της τα δάκρυα ένιωσε γι αυτήν οίκτο, την αγκάλιασε και το αίσθημα που ονομάσαμε litost τον πλημμύρισε όλον.
Ή μια άλλη εμπειρία από τα παιδικά χρόνια του φοιτητή: Έπαιρνε κάποτε ιδιαίτερα μαθήματα βιολιού. Δεν ήταν και τόσο ταλαντούχος κι ο καθηγητής μια μέρα που έπαιζε τον σταμάτησε με κρύα κι ανυπόφορη φωνή για να του επισημάνει τα λάθη του. Ένοιωσε ταπεινωμένος, ήθελε να κλάψει. Αλλά αντί να προσπαθήσει να παίξει πιό σωστά και να μην κάνει λάθη, αυτός άρχισε να κάνει λάθη επίτηδες, η φωνή του καθηγητή γινόταν πολύ πιο ανυπόφορη και κακιά κι αυτός βούλιαζε όλο και πιό βαθιά στην οδυνηρή litost του.
Τι είναι, λοιπόν litost;
Litost είναι μια οδυνηρή κατάσταση που ξυπνάει μέσα μας ύστερ΄από ΄να βλέμμα που ρίχνουμε στην ξεσκεπασμένη ξαφνικά αθλιότητά μας.
Ένα από τα συνηθισμένα φάρμακα για την προσωπική αθλιότητα είναι η αγάπη. Γιατί αυτός που αγαπιέται απόλυτα δεν μπορεί να είναι μίζερος. Όλες του οι ανεπάρκειες εξαγοράζονται απ΄το μαγικό βλέμμα της αγάπης, που μέσα της ακόμη και το μη αθλητικό κολύμπι με το κεφάλι σηκωμένο έξω απ΄το νερό γίνεται μαγευτικό.
Το απόλυτο της αγάπης είναι στην πραγματικότητα πόθος για μιαν απόλυτη ταύτιση: ποθούμε η γυναίκα που αγαπάμε να κολυμπάει το ίδιο σιγά και να μην έχει κανένα ιδιαίτερο παρελθόν που θα μπορούσε να το αναπολήσει με ευχαρίστηση. Αλλά απ΄τη στιγμή που η αυταπάτη της απόλυτης ταύτισης διαψευστεί (η κοπέλα θυμάται με ευχαρίστηση το παρελθόν της ή κολυμπάει γρήγορα) η αγάπη αποβαίνει αδιάκοπη πηγή αυτού του μεγάλου ψυχικού πόνου, που τον ονομάζουμε litost.
Αυτός που έχει βαθιά γνώση της καθολικής ατέλειας των ανθρώπων είναι και ανάλογα προετοιμασμένος απάναντι σε μια τέτοια οδύνη. Η ενατένιση της προσωπικής του αθλιότητας τού είναι κάτι το κοινό και χωρίς ενδιαφέρον. Η litost, λοιπόν, προσιδιάζει στην ηλικία της απειρίας. Είναι ένα από τα στολίδια της νεανικότητας.
Η litost δουλεύει σα δίχρονη μηχανή. Μετά τον ψυχικό πόνο ακολουθεί ο πόθος για εκδίκηση. Σκοπός της εκδίκησης είναι να κάνει τον άλλο σύντροφο να φανεί το ίδιο άθλιος. Ο άντρας, βέβαια, δεν ξέρει, να κολυμπάει, αλλά η γυναίκα μ' ένα χαστούκι που έφαγε κλαίει. Μπορούν λοιπόν τώρα να αισθάνονται ίσοι και να προχωρήσουν στο δρόμο της αγάπης τους.
Επειδή η εκδίκηση ποτέ δε μπορεί να προδώσει την αληθινή της αιτία (ο φοιτητής δεν μπορεί να πει στην κοπέλα πως την χτύπησε επειδή κολυμπούσε γρήγορα), πρέπει να βρει κάποια ψεύτικη αφορμή. Η litost, λοιπόν, ποτέ δεν ανακύπτει χωρίς το πάθος της υποκρισίας: Ο νεαρός δηλώνει πως κόντεψε να τρελαθεί απ' τη φρίκη σα σκέφτηκε πως μπορεί να πνιγεί η κοπέλα του, και σαν παιδί παίζει βιολί εσκεμμένα άσχημα παριστάνοντας τον απελπιστικά ατάλαντο.
Αυτό το κεφάλαιο κανονικά έπρεπε να ονομαστεί ''Ποιός είναι ο φοιτητής;'' Αλλά αφού ασχολείται με το αίσθημα που αποκαλώ litost θα 'ταν σα να υπονοούσε πως ο φοιτητής δεν είναι παρά σκέτη litost. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η αγαπημένη του φοιτήτρια στο τέλος τον παράτησε. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να τρώει κανείς ξύλο γιατί ξέρει να κολυμπάει.

Από το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα ''ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ'' . Μετάφραση από τα τσέχικα ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΑΚΑΛΗΣ και από τις εκδόσεις Οδυσσέας Ε.Π.Ε 1981. Πρώτη έκδοση 1982. Τίτλος πρωτότυπου : ΜILAN KUNDERA, ''Kniha Smichu A Zapomneni'', 1978.















 H φωτογραφία είναι από την περίφημη σκηνή στην οποία απεικονίζεται ο Γκότβαλτ μαζί με τον Κλεμέντις και  στην οποία ο προστατευτικός Κλεμέντις έβγαλε το γούνινό του σκούφο και τον έβαλε στο κεφάλι του Γκότβαλτ. Τέσσερα χρόνια μετά (τη φωτό) ο Κλεμέντις εκτελείται και ''αφαιρείται'' από τη φωτογραφία! από την οποία δε διασώζεται παρά μόνον ο σκούφος  (του Κλεμέντις !) στο κεφάλι του Γκότβαλτ. Μέ το συγκεκριμένο περιστατικό ξεκινά το παραπάνω εξαιρετικό βιβλίο του Μ.Κούντερα ,από το οποίο αντλήθηκε και η θεωρία της litost.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Το κουρελόχαρτο της οργής...

''Η κουβέντα έγινε σε ξενοδοχείο της Αθήνας αργά το βράδυ. Ανάμεσα σε έναν συνάδελφο δημοσιογράφο, τον διεθνή μπασκετμπολίστα της τουρκικής ομάδας Efes Pilsen με αλβανική καταγωγή Ermal Kuqo και εμένα. Όταν μιλήσαμε για τα παιδιά, πολύ φυσιολογικά ο Ermal μας ρώτησε για τα χρόνια που διαθέτουμε την ελληνική υπηκοότητα. Μπορείτε να αντιληφτείτε την μεγάλη έκπληξή του όταν του ανέφερα πως όχι μόνο δεν διαθέτω την ελληνική υπηκοότητα – αν και τη θέλω-, αλλά ακόμα και τα παιδιά μου – που κοντεύουν να τελειώσουν το λύκειο-δεν την έχουν λάβει ακόμα. Όπως μας ανέφερε στη συνέχεια, ο ίδιος έζησε μόνο έναν χρόνο στην Ισπανία ως παίκτης της Βαλένθια. Μόλις εγκαταστάθηκε εκεί γεννήθηκε και ο γιος του. Με τη συμπλήρωση ενός έτους ο μικρός απέκτησε αυτόματα την ισπανική ιθαγένεια, εκτός της τουρκικής και της κροατικής-από τη μητέρα του. Μάλιστα, αμέσως μετά τη συμπλήρωση μιας χρονιάς στη Βαλένθια ο Ermal πήρε μεταγραφή στη σημερινή του ομάδα και, όπως είναι φυσικό, ο μικρός του γιός μετακόμισε μαζί του στην Τουρκία. Διατηρώντας , ωστόσο, την ισπανική υπηκοότητα.
Του δηγήθηκα έπειτα την ιστορία του γνωστού τραγουδιστή Mc Yinka ο οποίος γεννήθηκε στην Ελλάδα και πλέον είναι είκοσι επτά ετών. Όταν αυτός μου είχε δείξει την μπλε …βεβαίωση που παρέπεμπε σε μετανάστη ο οποίος εχει καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά για άδεια παραμονής στη χώρα, στην έκφρασή του διέκρινα περισσότερο την ειρωνεία πάρα οργή. Ενδεχομένως και την αποστροφή. Την αποστροφή για εκείνο το φθαρμένο κομμάτι χαρτί που τον κατέτασσε ετσιθελικά σε μια ομάδα που δεν άνηκε ποτέ.
Κάνει καριέρα στην Ελλάδα ως τραγουδιστής – με μεγάλη επιτυχία, μάλιστα. Όμως, αν χρειαστεί να συνοδέψει στο εξωτερικό τον γνωστό τραγουδιστή και συνεργάτη του ,Φίλιππο Πλιάτσικα, δεν θα μπορέσει να το κάνει. Εκείνος δεν μπορεί να ταξιδέψει, όμως «μπορεί να ταξιδέψει χωρίς την παραμικρή δυσκολία και ο τελευταίος αγρότης στο τελευταίο χωριό της Πορτογαλίας ή της Σικελίας», όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο καλεσμένος στην παρέα μας, μπασκετμπολίστας…''

Από το http://odromos.wordpress.com/

Το μόνο που θα μπορούσα να προσθέσω εγώ  εδώ, στην παγκόσμια σημασία της ελληνικής υπηκοότητας-ιθαγένειας (σιγά τα ωά βρε παιδιά !!!, μου θυμίζει την παγκόσμια ιστορία της ατιμίας του Χ.Λ.Μπόρχες), είναι δύο εκπληκτικές απαντήσεις του Γιώργου Βέλτσου στις αντίστοιχες ερωτήσεις της Αννας Γριμάνη :

-Α.Γ : Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη-ορίστε την.
-Γ.Β : Η Βάρης -Βουλιαγμένης στα Βλάχικα.Η Εθνική στον Μαλιακό με τις εκατόμβες προ των μνημείων του Λεωνίδα και του Αθανάσιου Διάκου.


ή 

Α.Γ :Η ελληνικότητα είναι αίσθημα η συνείδηση;
Γ.Β : Είναι απερίφραστα ένα ιδεολόγημα που εκλείει ένα είδος ιδεοληπτικής νεύρωσης,πολλαπλώς κερδοφόρου σε χρήμα (μεταφράσεις),σε είδος (δωράκια)και σε αξιώματα(Ακαδημία Αθηνών).Είναι επιπλέον,η αντανάκλαση που παρέχει την προβολή της ανάδελφης ολότητάς μας στον ίδιο στερημένο μας εαυτό.Τέλος,είναι μια ομιλούσα φαντασίωση που οι επιτήδειοι την μετέτρεψαν σε καθομιλουμένη.Δείτε,παρακαλώ,πως απαντούν οι ιδεοληπτικοί που υποκαθιστούν με μια συμβολική διαμεσολάβηση,μια φαντασιακή υπεραφθονία μέσα στην οποία εισάγουν διαστρεβλωμένη την Ελλάδα,υπό μορφήν πευκοβελόνας.Αμβιβάλλω εάν πρόκειται για γνώση της πατρίδος(πατριδογνωσία)ή για άγνοια που εξισώνει ένα τραγούδι του Μίμη Τραϊφόρου(«Λίγα πεύκα,λίγα μάρμαρα λευκά»)με ένα τραγούδι του Σούμπερτ.Καταλήγω:η δυσκολία για τους Ελληνες(και η ευκολία)να προσεγγίσουμε την «ελληνικότητα»έγκειται,παραδόξως,στο ότι τοποθετείται ακριβώς στο επίπεδο της κατανόησης.Αυτό όμως συμβαίνει και με την παράνοια.


Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Ο Όμηρος δεν αμφισβητεί τους λόγους που οδήγησαν τους Έλληνες στην πολιορκία της Τροίας. Αλλά ο Ευριπίδης, όταν ύστερα από αιώνες ρίχνει το βλέμμα του στον ίδιο αυτό πόλεμο, καθόλου δε θαυμάζει την Ελένη, και δείχνει τη δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία αυτής της γυναίκας και στις χιλιάδες ζωές που θυσιάαστηκαν γι' αυτήν. Στον Ορέστη βάζει τον Απόλλωνα να λέει: ''[την Ελένη] τη στείλανε στη γη οι θεοί, για να βάλει να πολεμήσουνε εξαιτίας της καλλονής της οι Έλληνες με τους Τρώες, και έτσι να σκοτωθεί πολύς κόσμος και ν' αδειάσει η γη απ' αυτό το ανυπόφορο πλήθος των ανθρώπων''(*). Ξάφνου τα πάντα είναι ολοκάθαρα: το νόημα του πλέον ξακουστού πολέμου καμία σχέση δεν είχε με οποιαδήποτε μεγάλη υπόθεση' μοναδικός σκοπός του ήταν το μακελειό. Τότε όμως, μπορούμε να μιλούμε ακόμα για το τραγικό;
Ρωτήστε γύρω σας ποιά ήταν η πραγματική αιτία για τον πόλεμο του '14. Κανένας δεν θα ξέρει να σας απαντήσει, μολονότι αυτό το απέραντο σφαγείο βρίσκεται στις ρίζες όλου του αιώνα που έκλεισε πρόσφατα και όλων των δεινών του. Να μας έλεγε τουλάχιστον κανείς πως οι Ευρωπαίοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους για να σώσουν την τιμή ενός κερατά!
Ο Ευριπίδης δεν έφτασε ως το σημείο να βρει κωμικό τον πόλεμο της Τροίας. Το βήμα αυτό το έκανε ένα μυθιστόρημα. Ο στρατιώτης Σβέικ του Χάσεκ αισθάνεται να τον αφορούν τόσο λίγο οι σκοποί του πολέμου, που δεν τους αμφισβητεί καν' δεν τους ξέρει' δεν προσπαθεί να τους μάθει. Είναι φριχτός ο πόλεμος, αλλά αυτός δεν τον παίρνει στα σοβαρά. Δεν παίρνει κανείς στα σοβαρά κάτι που δεν έχει νόημα.
Κάποιες στιγμές μπορεί η Ιστορία, με τις μεγάλες υποθέσεις της και με τους ήρωές της, να εμφανίζεται γελοία, ακόμα και κωμική,είναι όμως δύσκολο,απάνθρωπο, έως και υπεράνθρωπο, να τη βλέπουμε μονίμως έτσι. Ισως μπορούν οι λιποτάκτες. Ο Σβέικ είναι λιποτάκτης. Όχι με τη νομική έννοια του όρου (αυτός που εγκαταλείπει παρανόμως το στρατό), αλλά με την έννοια της απόλυτης αδιαφορίας απέναντι στη μεγάλη συλλογική σύγκρουση. Από όλες τις απόψεις, πολιτική, νομική, ηθική, ο λιποτάκτης εμφανίζεται ενοχλητικός, καταδικαστέος, σχεδόν ταυτόσημος με τους δειλούς και τους προδότες. Το βλέμμα του μυθιστοριογράφου τον βλέπει διαφορετικά: λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων του. Που αρνείται να δει τραγικό μεγαλείο στις σφαγές. Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της Ιστορίας. Ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα είναι συχνά διαυγής, πολύ διαυγής, αλλά κάνει έτσι τη θέση του δυσβάστακτη' τον αποκόβει απ' τους δικούς του' τον απομακρύνει από την ανθρωπότητα.

(Στον πόλεμο του '14 όλοι οι Τσέχοι ένιωθαν ξένοι προς τους σκοπούς για τους οποίους τους είχαν στείλει να πολεμήσουν η Αυτοκρατορία των Αψβούργων' άρα ο Σβέικ, περιτριγυρισμένος από λιποτάκτες, ήταν μοναδική περίπτωση λιποτάκτη: ένας ευτυχισμένος λιποτάκτης. Όταν σκέφτομαι την τεράστια δημοτικότητα που έχει ακόμα στη χώρα του, μου περνάει από το νου η ιδέα πως τέτοιες μεγάλες συλλογικές καταστάσεις, καταστάσεις σπάνιες, σχεδόν κρυφές, που δεν τις μοιράζονται άλλοι, μπορούν να προσδώσουν ακόμα και λόγο ύπαρξης στη ζωή ενός έθνους.)

(*) Μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1989, σ. 126.

Από το βιβλίο ''ο πέπλος'', ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΕ ΕΦΤΑ ΜΕΡΗ του ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ από τις εκδόσεις βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ.


Μια συγκλονιστική ματιά, μια λαμπερή προσέγγιση η οποία αποτελεί προνόμιο της κορυφαίας αυτής μαστορικής , της τέχνης του μυθιστορήματος, από τον κορυφαίο εν ζωή μυθιστοριογράφο της Ευρώπης μας. Μια ερμηνεία η οποία πηγάζει από τη μοναδική δυνατότητα του μυθιστορήματος να τραβά τον πέπλο και να μας δίνει τη δυνατότητα να ξαναπλησιάζουμε προερμηνευμένα γεγονότα. 
Η άρνηση λοιπόν να δει ο Σβέικ το μεγάλο σφαγείο σαν μεγαλείο: να ! αυτή είναι η μαγεία της κατ' εξοχήν ευρωπαικής αυτής τέχνης.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Bud Powell & Don Byas - ''I Remember Clifford''



'Ενας από τους πιό προικισμένους σαξοφωνίστες της γενιάς του, ένας πραγματικός ''tenor sax giant'', ο Don Byas, στο μελωδικό και αισθαντικότατο '' I remember Clifford'' του Cannonball Aderley. Είναι από το δίσκο ''BUD POWELL-DON BYAS - A TRIBUTE TO CANNONBALL'' ο οποίος ηχογραφήθηκε στα στούντιο Charlot στο Παρίσι στις 15 Δεκεμβρίου του 1961 για το label της Columbia. Ο πρώτος δίσκος  του Don που απέκτησα ήταν το ''Laura'', αγορασμένο από το ''Ludwig Beck'' του Μονάχου. 
Μαζί του ο μαγικός πιανίστας Bud Powell, μια βασανισμένη ψυχή, που σε όλη του τη ζωή παράδερνε ανάμεσα στην κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια. Ενας ευαίσθητος άνθρωπος, γεμάτος λυρισμό και πάθος για το πιάνο και τη τζαζ μουσική που τέλειωσε άδικα τη σύντομη (46 ετών) ζωή του , μας ταξιδεύει πάντοτε με τον ίδιο αέρινο τρόπο στα μονοπάτια της bebop και όχι μόνο. Ο,τι έχει παίξει  είναι στην κυριολεξία masterpiece. 
Στο κοντραμπάσο ένας εξαιρετικός γάλλος μουσικός , ο Pierre Michelot τον οποίο εγώ γνώρισα μουσικά από τη σειρά της Gitanes που κυκλοφόρησε στη χώρα μας. Πραγματικά μελωδικός και με απίστευτο έλεγχο του ρυθμού, προσφέρει το μουσικό υπόστρωμα μαζί με τον πασίγνωστο ντράμερ (γνωστό και σαν Klook) Kenny Clarke, στους υπόλοιπους μουσικούς να κινηθούν. 
Να σημειώσω εδώ οτι ο Clifford που αναφέρεται στον τίτλο του κομματιού είναι ο Clifford Brown,  ένα ''διαμάντι'' της τζαζ, ένας στην κυριολεξία τρομπετίστας-ογκόλιθος της bop και της hardbop, ο οποίος ''έφυγε'' σύντομα από τη ζωή σε ηλικία 26 μονάχα ετών το 1956 (γεν.1930).

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

PAF (Paolo Fresu - Antonello Salis - Furio di Castri) trio


Ενα εξαιρετικό σχήμα από τη Σαρδηνία με μεσογειακό feeling που έχει τους (P)aolo Fresu στην τρομπέτα και το φλούγκελχορν, τον (Α)ntonello Salis στο πιάνο και το ακορντεόν και τον (F)urio di Castri στο ακουστικό μπάσσο. 
Τους άκουσα στο Μόναχο το Πάσχα του 2003, ευρισκόμενος σε διακοπές. Στο κλασσικό πιά Unterfahrt, στον αριθμό 42 της Einsteinstrasse θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα της βραδιάς. Για τον Πάολο δε χρειάζονται συστάσεις και κουβέντες. Είναι τόσο αισθαντικός , αέρινος και μουσικά καλλιεργημένος, με μια απίστευτα μεγάλη δισκογραφία τόσο σε εύρος μουσικό όσο και σε κυκλοφορίες. Περισσότερα  για τον Πάολο στο www.paolofresu.it. O Ντι Κάστρι, όπως κάθε μπασίστας που σέβεται τον εαυτό του τουλάχιστον, κρατά τη γραμμή και το ύφος του τρίο  όντας σοβαρότατος όπως όλοι οι μπασίστες του κόσμου !!! Οσο για τον Αντονέλλο ήταν μια αποκάλυψη. Το τι έκανε με το ακορντεόν και  το πιάνο δε λέγεται. Αρτιότατος μουσικά και τεχνικά, είχε στην κυριολεξία ''αφηνιάσει''. Οταν δε έστιψε την ιδρωμένη πετσέτα που είχε στο λαιμό κάνοντάς την έναν συμπαγή κύλινδρο και άρχισε να παίζει μ' αυτόν απευθείας στις χορδές του πιάνου (με ουρά) έγινε χαμός. Ο Φρέσου περιττό να τονίσω, γελούσε συνεχώς με τα καμώματα του Σάλις.
Διατηρώ μια δισκογραφία του Paolo Fresu περίπου 20 δίσκων, με δύο τρείς από αυτούς να τους έχει αγοράσει η σύζυγός μου από την Κατάνια (βράδυ και από την πιό κακόφημη συνοικία της παρ' όλες τις συστάσεις των φίλων της να μην το κάνει) όπου είχε πάει εκπαιδευτική εκδρομή το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς. Tον Paolo Fresu πρωτογνώρισα μουσικά από το Sonos e' Memoria του Gianfranco Cabiddu  και την ACT music, ένα εκπληκτικό μουσικό ταξίδι στη Σαρδηνία ηχογραφημένο στο Θέατρο Communnale του Κάλιαρι και το θέατρο του Sassari το 1996. Περισσότερα για τον εν λόγω  υπέροχο δίσκο θα  αναφέρω σε άλλη ανάρτησή μου.

Υ.Γ Στο τζαζ κλαμπ αυτό σερβίρονταν φαγητό καθ' όλη τη διάρκεια της βραδιάς παρακαλώ και μάλιστα κάτω κυριολεκτικά από τη μύτη των μουσικών. Το λέω αυτό γιατί στην ''προχωρημένη'' πατρίδα μας μετά τις 9 μ.μ πάρα πολλά cafe  και κλάμπ (της επαρχίας !!!) δεν σερβίρουν καφέ  (!) λέγοντας πως έκλεισε η μηχανή του εσπρέσσο. Επαρχιωτισμός του ''μικρού πλαισίου'' που θάλεγε και ο ''πατερούλης'' μου ο Μίλαν.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Και πάλι για τον Ροτ. Ένας τίτλος δύο ελληνικές εκδόσεις, του Κωστή Παπαγιώργη.

Του Κωστή Παπαγιώργη από το www.lifo.gr και το τεύχος 177 της 29/10/2009.

Μια σοβαρή παρεξήγηση μας αναγκάζει να επανέλθουμε -καλό αυτό!- στον Γιόζεφ Ροτ. Το Εμβατήριο Ραντέτσκυ κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σχεδόν τόσο από την Άγρα (που έχει τα δικαιώματα) όσο και από τις Ροές που έκαναν κάποιο λάθος στον υπολογισμό των 70 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα, όσα δηλαδή πρέπει να διαβούν για να ελευθερωθούν τα δικαιώματα του όποιου βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο υπολογισμός ισχύει κατ' έτος κι όχι κατά μήνα. Το καμπανάκι του δικαστή δεν μας ενδιαφέρει βέβαια, οι εκδότες ας βρουν την άκρη. Πλην όμως μας μένουν τα δύο βιβλία που είναι έξοχα, οπότε η παρουσίαση δεν πρέπει να προβάλει το ένα αφήνοντας το άλλο αδικημένο. Ο Σταύρος Πετσόπουλος μας έστειλε τόσο τον δικό του Ραντέτσκυ όσο και τον Θρύλο του αγίου πότη και το Χοτέλ Σαβόι.
Η ελληνική απόδοση της Μαρίας Αγγελίδου και στα τρία βιβλία κάνει «μπαμ» και δεν χρειάζεται επαίνους. Μάλιστα, κάποιος καλός γερμανομαθής (σαν τον Ίσαρη) θα μπορούσε να συγκρίνει Αγγελίδου και Δημοκίδη για να έχουμε σαφή εικόνα του ύφους και των δυσκολιών. Τη συνάντηση του Τρόττα με τον αυτοκράτορα, για παράδειγμα, την αποδίδουν ως ακολούθως. Αγγελίδου: «Ήταν σαν δυο αδέλφια. Αν τους έβλεπε κάποιος ξένος τη στιγμή εκείνη, θα μπορούσε να τους περάσει για αδέλφια. Τα άσπρα τους γένια, οι πεσμένοι στενοί ώμοι τους, η παρόμοια κορμοστασιά τους έδιναν και στους δύο την εντύπωση πως είχαν απέναντί τους τον ίδιο τον εαυτό τους - κι είχε ο καθένας την αίσθηση πως έβλεπε το είδωλό του στον καθρέφτη». Δημοκίδης: «Έμοιαζαν σαν δυο αδέλφια. Ένας ξένος, που θα τους έβλεπε τη στιγμή αυτή, θα μπορούσε κάλλιστα να τους περάσει για αδέλφια. Τα λευκά γένια τους, οι λεπτοί και πεσμένοι ώμοι τους, η ίδια σωματική διάπλαση δημιουργούσε και στους δύο την εντύπωση ότι στέκονταν μπροστά σε καθρέφτη και έβλεπαν μέσα το είδωλό τους».
Το αυστριακό ζήτημα πιθανότατα παραμένει ξένη περιοχή για τον ντόπιο αναγνώστη και η Αυστρία επίσης. Άρα, έχει κάποιο νόημα να παραπέμψουμε σε δυο διάσημα  βιβλία που σχετίζονται έστω και εκ του μακρόθεν με τον κόσμο του Ροτ. Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Οδυσσέας·Χέρμαν Μπροχ, Ο Χόφμανσταλ και η εποχή του, Πατάκης.
Τώρα για τον ίδιο τον Ροτ. Επειδή αγνοούσαμε την ύπαρξή του, στρωθήκαμε στην ανάγνωση όποιων βιβλίων βρήκαμε. Βουβός προφήτης (μτφρ. Σωτήρη Χαλικιά), Σαβόι, Άγιος Πότης. Πρέπει να πούμε την αμαρτία μας - σε σύγκριση με τον Ραντέτσκυ τα άλλα βιβλία είναι ένα προς χίλια. Όχι πως το ύφος είναι διαφορετικό, όχι πως τα θέματα και η δραματικότητα διαφέρουν ριζικά, ωστόσο τα άλλα βιβλία μοιάζουν να γράφτηκαν με την εξωτερική μεριά του συγγραφέα. Διακρίνουμε προχειρότητες, λύσεις της στιγμής, απουσία στέρεου αφηγηματικού υποστρώματος, αλκοολική ατζαμοσύνη. Θα έλεγε κανείς ότι με μια παρόμοια ματιά το κύρος του συγγραφέα μειώνεται και το αρχικό θάμβος σχετικοποιείται. Κι όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Γενικά στη λογοτεχνία το «κακό» γράψιμο νομιμοποιείται, αν οδηγεί αργά ή γρήγορα στο υψηλό διάζωμα όπου τα μεγάλα έργα θυμίζουν δημιουργήματα που «απαλλάχτηκαν» από τους δημιουργούς τους. Η γνωστή μεταφορά της κύησης και της γέννας παραμένει διαφωτιστική. Ο συγγραφέας σπουδάζει τη ζωή και τον εαυτό του, γράφει και ξαναγράφει συγχέοντας τις δυσκολίες του με την ποιότητα του γραπτού του. Έχουμε με άλλα λόγια παλίνδρομες κυήσεις, ανεμογκάστρια, πονάκια σε όλο το σώμα, μόνο που η γέννα δεν έρχεται. Η θηλυκή φύση του συγγραφέα ωριμάζει βασανιστικά, καταπίνει τα πρόχειρα σαν τη φωτιά, αναπροσαρμόζεται σπαταλώντας τον χρόνο και τη ζωή του γραφιά. Ομολογεί ο Ροτ: «Έγραψα άθλια βιβλία κι έγινα διάσημος». Άρα, η εργατικότητα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία· στρατοί ολόκληροι φιλόπονων γραφιάδων καταγίνονται να υπερβούν τον εαυτό τους, να χαράξει στο γραπτό τους αυτό το «άλλο» που θα τους σώσει από την άγονη μετριότητα και τη στέρφα φιλοδοξία.
Μοιάζει οξύμωρο, αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας δεν υπολογίζεται όταν το έργο κόψει τον ομφάλιο λώρο του. Το έργο γράφεται από ανεξέλεγκτες εσωτερικές δυνάμεις που επέλεξαν τον συγγραφέα για να εισέλθουν στη ζωή. Αν ο ίδιος ο δημιουργός ασκούσε έλεγχο σε όλη αυτή την κρυπτική διαδικασία, θα μπορούσε να γράφει όποτε του καπνίσει το αριστούργημα. Και δεν το γράφει βέβαια. Ως εκ τούτου, όλα τα βιογραφικά μυστικά περιττεύουν. Όταν ο ίδιος ο Ροτ ψευτο-αυτοβιογραφείται, δεν μαθαίνουμε τίποτα για το έργο. Γράφει: «Έχω καλύψει πολλά χιλιόμετρα. Ανάμεσα στον τόπο όπου γεννήθηκα και τις πόλεις και τα χωριά όπου βρέθηκα τα τελευταία δέκα χρόνια για να μείνω βρίσκεται η ζωή μου: πιο εύκολα μπορώ να τη λογαριάσω με χωρικά παρά με χρονικά μέτρα. Τα χρόνια που άφησα πίσω μου είναι οι δρόμοι που ταξίδεψα. Πουθενά, ούτε σε μητρώο εκκλησίας, ούτε σε κατάστιχο δήμου, ούτε σε κτηματολόγιο δεν υπάρχει γραμμένη η ημερομηνία της γέννησής μου ή έστω το όνομά μου. Δεν έχω σπίτι ούτε πατρίδα. Το σπίτι μου και η πατρίδα μου είναι μέσα μου. Όπου είμαι δυστυχής, εκεί είναι το σπίτι μου. Ευτυχισμένος νιώθω μόνο έξω και μακριά από τον εαυτό μου. Αν αφεθώ έστω και μια φορά, θα χαθώ. Γι' αυτό και φροντίζω να μένω πάντα μέσα μου».
Συγκινητική αυτοπροσωπογραφία, μόνο που θα μπορούσε να γραφτεί και από κάποιον άλλον - καταραμένο, αλκοολικό, φυγά θεόθεν και αλήτη, μετανάστη. Τι απομένει λοιπόν στον αναγνώστη όταν βρίσκεται μέσα ή έξω από το έργο; Να ψυχανεμιστεί το υψηλό νόημα της συγγραφικής απόσυρσης, τη μοίρα της γραφής που «χρησιμοποιεί» τον άνθρωπο, του πίνει το αίμα και κατόπιν τον παραδίδει στο έξω ως αποσυνάγωγο.