Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

Το άσπρο άλογο Χρήστος Γιανναράς

Τα ελληνικά κόμματα είναι χρεωκοπημένα, λένε ακριβώς τα ίδια πράγματα και διοικούνται από δουλοπρεπείς και αυτοεξευτελισμένους πολιτικούς. Αυτά και άλλα πολλά λέει ο «Πάπας της ελληνικής πραγματικότητας» σε μια μεταπυρηνική συνέντευξη.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΧΡΟΝΑ
Ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε τις ίδιες συντεχνίες επαγγελματιών της εξουσίας, ανθρώπους χυδαίας ιδιοτέλειας που νοιάζονται μόνο και αποκλειστικά για την επανεκλογή τους, για την καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος.

Την πρώτη φορά που τον συναντούσα, σε μια δεξίωση, νόμιζα πως είχα να κάνω με έναν ιεροκήρυκα, έξαλλο με ό,τι συμβαίνει στο ελληνικό κράτος, να κατακεραυνώνει από τον άμβωνα την πολιτεία και τους κυβερνώντες. Την επόμενη φορά τον συνάντησα στα Κύθηρα, να παίρνει το πρωινό καράβι για τον Πειραιά. Φυσούσε, ένας μεθυσμένος καλοκαιρινός άνεμος που του έπαιρνε τα μαλλιά, κάτι είπε στο λοστρόμο και χάθηκε στην κοιλιά του καραβιού με την παρέα του.

Ακόμη δεν είχε στεγνώσει το μελάνι από την τρίτη έκδοση του βιβλίου του Ενάντια στη θρησκεία (Ίκαρος, 7η χιλιάδα), όταν τον συνάντησα στο σπίτι του. Αυτό είναι το 50ό βιβλίο του, σκέφτηκα, έπρεπε να είχε κουραστεί.

Στο γραφείο, δίπλα, όπου γράφει, με δέχτηκε. Απλός, κοιτώντας στα μάτια το συνομιλητή του, άρχισε από το τέλος του ταξιδιού από το οποίο μόλις είχε επιστρέψει. Κάτω έβλεπα ένα μέρος από τη Λεωφόρο Συγγρού. Και στο βάθος ο λόφος της Καστέλας, στον Πειραιά, σαν προϊστορικό κήτος. Αν ο καιρός είναι καθαρός, έχει φυσήξει δηλαδή, φαίνεται η Αίγινα, είπε, κοιτώντας τι βλέπω από το παράθυρο.

Μου εξήγησε ότι γράφει με πένα, χειρόγραφο. Δεν ξέρει κομπιούτερ. Κοίταξα τα δάχτυλά του. Μακριά σαν πένες γεμάτες μελάνι. Μαύρο, μπλε, κόκκινο. Σαν πίνακας του Ντύρερ.

Κύριε Γιανναρά, ποιο είναι το δαιμόνιο που κρατάει πίσω, καθηλωμένο στην καθυστέρηση, τον τόπο μας;

Προσωπική γνώμη: είναι το λάθος «κράτος». Δεν το συγκροτήσαμε οι Έλληνες, οι πρόγονοί μας που επαναστάτησαν ενάντια στους Τούρκους. Το έφτιαξαν για λογαριασμό μας οι Βαυαροί. Είναι κράτος τεχνητό, δεν προέκυψε από τις δικές μας ανάγκες και τους δικούς μας ιστορικούς εθισμούς. Μας επέβαλαν θεσμούς, σχήματα και τρόπους συλλογικής συνύπαρξης που είχαν φτιαχτεί για άλλες κοινωνίες, με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικό ψυχισμό. Και αυτό το ξένο κράτος το καλοδεχτήκαμε ξιπασμένοι επειδή ήταν «μοδέρνο», ήταν απομίμηση των «λελαμπρυσμένων και πεφωτισμένων της Εσπερίας κρατών». Διακόσια χρόνια λοιπόν ζούμε ως μεταπράτες σε κράτος μεταπρατικό, παραιτημένοι από αυτό που πραγματικά είμαστε, από κάθε συνείδηση ετερότητας. Πιθηκίζουμε ό,τι είναι ξένο. Γι' αυτό είμαστε και θα είμαστε πάντα καθυστερημένοι, πάντα δεύτεροι και με τη μειονεξία του επαρχιώτη, όπως όλοι όσοι μόνο μιμούνται παθητικά. Εκτός αν κάποτε συμβεί (πολύ απίθανο) να αναπλάσουμε το κράτος μας ριζικά, για να υπηρετεί τις κοινωνικές μας ανάγκες, τη δική μας ιδιαιτερότητα. Να μην είναι εχθρός και αντίπαλος του πολίτη το κράτος, αλλά λειτουργός διακονίας των αναγκών του.

Έχω την εντύπωση πως πλέον στα άρθρα σας έχετε περάσει από την παρατήρηση στην οργή, στο θυμό, στην άρνηση. Παρεμβαίνετε στις πολιτικές αποφάσεις. Λέτε καθαρά τη γνώμη σας.

Παρεμβαίνω στις πολιτικές αποφάσεις μόνο με τον εκ των υστέρων σχολιασμό τους, δηλαδή με κριτικό λόγο, φωνή βοώντος εν κενώ, στην τέλεια απουσία ανταπόκρισης - άλλη δυνατότητα γονιμότερης παρέμβασης δεν έχω. Θυμό και οργή έχουν τα κείμενά μου, αρνητισμό όχι. Το θυμό και την οργή τη γεννάει η ανερμήνευτη δουλική υποταγή της ελλαδικής κοινωνίας στο καθεστώς της στυγνής και θρασύτατης κομματοκρατίας: ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε τις ίδιες συντεχνίες επαγγελματιών της εξουσίας, ανθρώπους χυδαίας ιδιοτέλειας που νοιάζονται μόνο και αποκλειστικά για την επανεκλογή τους, για την καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος. Είναι εντελώς ανίκανοι να επιλύσουν, έστω και για τα μάτια του κόσμου, τα θεμελιώδη κοινωνικά προβλήματα (το ασφαλιστικό, το εκπαιδευτικό, της γραφειοκρατίας, το συγκοινωνιακό, της άμυνας, του υδροκεφαλισμού της πρωτεύουσας, το δημογραφικό, του κοινωνικού ελέγχου των ΜΜΕ, της αντικοινωνικής βίας που ασκεί ο δημοσιοϋπαλληλικός συνδικαλισμός - και μύρια ανάλογα). Κωμικά ανίκανοι. Και ο λαός μας τούς ψηφίζει. Χρόνια τώρα.

Πολλές φορές νομίζω, όταν διαβάζω όχι τα φιλοσοφικά σας μελετήματα αλλά τις επιφυλλίδες σας στον Τύπο, πως αν γινόσασταν πρωθυπουργός αυτής της χώρας, σε εκατό ημέρες θα τα αλλάζατε όλα. Ξέρετε τι θέλει αυτός ο τόπος για να προχωρήσει;

Μην αστειευόμαστε. Εγώ είμαι δάσκαλος, ασκώ άλλη μαστορική, δεν έχω ικανότητες να διαχειριστώ εξουσία. Μαστορική δική μου είναι η κριτική διασάφηση των προϋποθέσεων για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής πράξης. Αυτές τις προϋποθέσεις επαναλαμβάνω, δεκαετίες τώρα. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αποτελεσματικότητα όταν οι κομματικές σκοπιμότητες καταργούν προγραμματικά κάθε αξιοκρατία, κάθε διάκριση ποιοτήτων. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αποτελεσματικότητα δίχως στοιχειωδώς δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων. Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που επεβλήθη με το Σύνταγμα του 1985 προϋποθέτει κοινωνία κάφρων, τεταρτοκοσμική εθελοδουλία.

Έχετε απορρίψει και τα τρία κόμματα της Βουλής: τα δύο επειδή είναι πανόμοια, το τρίτο γιατί «παίζει» με το τίποτα, το τέταρτο και το πέμπτο μοιάζει να μη σας ενδιαφέρουν. Να φανταστώ ένα φανταστικό κόμμα - του νου σας, της καρδιάς σας, της πένας σας - που θα μπορούσε να σας αντιπροσωπεύει; Μήπως ένα κόμμα που θα περιλαμβάνει τόσο τον ορθολογιστή Στέφανο Μάνο όσο και τον γεμάτο αντιφάσεις Θεόδωρο Πάγκαλο;

Κατά την προσωπική μου κρίση και εκτίμηση, το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα έχει προ πολλού καταρρεύσει (που σημαίνει: έχει πάψει να αντιπροσωπεύει τη λαϊκή βούληση και αδυνατεί να λύσει κοινωνικά προβλήματα) επειδή τα κομματικά σχήματα είναι απολύτως συμβατικά. Τα δύο μεγάλα κόμματα καυχώνται, «δίχως αιδώ και λύπην», ότι είναι «πολυσυλλεκτικά», δηλαδή ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα, δεν έχουν ιδεολογική ραχοκοκαλιά, είναι ασπόνδυλα. Το ΠΑΣΟΚ έχει περιλάβει στο ψηφοδέλτιό του ανθρώπους από τον Μάρκο Βαφειάδη ώς τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο και η Ν.Δ. έκανε υπουργό της τον Μίκη Θεοδωράκη. Η σημερινή νεοδημοκρατική κυβέρνηση είναι (όπως ήταν και η πασοκική κυβέρνηση Σημίτη) ιδεολογικά απολύτως πειθήνια στη «γραμμή» του Συνασπισμού.

Πώς λοιπόν θα φανταζόσασταν εσείς σήμερα ένα κόμμα που θα εκφράζει ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας;

Δεν χρειάζεται φαντασία. Μέσα στα συμβατικά κομματικά σχήματα υπάρχουν δύο ρεαλιστικά πολιτικά δεδομένα που δυστυχώς δεν μορφοποιούνται σε αυτοτελή κόμματα, ενώ θα έπρεπε - θα ήταν δείγμα υγείας του πολιτικού συστήματος. Μιλώ για μια ευδιάκριτη ομάδα ή συντεχνία, διακλαδωμένη και στα τρία κόμματα που νέμονται την εξουσία (Συνασπισμό», ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), που είναι πάντοτε με στρατωνισμένο τρόπο ομόγνωμη, υπέρμαχη πάντοτε της «γραμμής» που υπαγορεύει η «Νέα Τάξη» της «παγκοσμιοποίησης»: Φανατικοί προπαγανδιστές του Σχεδίου Ανάν για την Κύπρο, ένθερμοι θιασώτες τής άνευ όρων εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ, προασπίζουν μαχητικά το δικαίωμα των Σκοπιανών να ονομάζονται όπως θέλουν, αποδίδουν στον ελληνικό εθνικισμό όλες τις αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής, μάχονται υστερικά να αποδείξουν πλαστογραφημένη μια (έτσι κι αλλιώς παιδαριώδη) ρήση του Κίσινγκερ, πρωτοδημοσιευμένη στον Οικονομικό Ταχυδρόμο του ΔΟΛ. Υπερασπίζουν σήμερα με τυφλό πείσμα την ευτελή μπροσούρα δήθεν Ιστορίας της ΣΤ' τάξης του Δημοτικού, κρώζουν συντονισμένα αντικληρικαλισμό και χλεύη για τον μεταφυσικό άξονα κάθε μεγάλου πολιτισμού.

Και όλοι αυτοί θα βλέπατε να συγκροτούν το κόμμα που μας λείπει;

Ναι, θα ήταν κατόρθωμα εντιμότητας και υγείας να συγκροτήσουν θαρραλέα ένα κόμμα και να ζητήσουν την ψήφο του λαού. Να το πουν με το όνομά του: το «Αμερικανικόν» κόμμα, όπως κάποτε είχαμε το Γαλλικόν, το Αγγλικόν, το Ρωσικόν. Όχι να επιβαίνουν λάθρα στα ζωτικά υπουργεία, με κάθε κυβέρνηση, ή σε ηγεσίες αριστερώνυμων κομμάτων. Αν καθαρίσει το πολιτικό τοπίο (και το δημοσιογραφικό) από όλη αυτή τη μεθοδικά πολυδιάσπαρτη συντεχνία, τότε υπάρχει ελπίδα να συσπειρωθούν και οι αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις σε ένα τίμιας και διαυγούς επωνυμίας κόμμα: το «Ευρωπαϊκόν» ή «Ελληνοκεντρικόν».

Κύριε Γιανναρά, έχετε σταθερή γραμμή στη σκέψη σας, αλλάζετε αντιλήψεις με το πέρασμα των χρόνων;

Αλλάζω εκτιμήσεις και οπτικές γωνίες. Όμως νομίζω ότι τα αξιολογικά μου κριτήρια δεν αλλάζουν. Γι' αυτό και κάποια παλιά μου κείμενα μοιάζουν σήμερα προφητικά, ενώ είναι απλώς συνεπή σε σταθερά κριτήρια ερμηνείας των επικαιρικών δεδομένων. Υπάρχει μια επιφυλλίδα μου με τον τίτλο Finis Graeciae (6.7.1986), μια άλλη που προδιαγράφει την τύχη της κυβέρνησης Μητσοτάκη (31.8.1989), άλλες που προαναγγέλλουν την αποτυχία Έβερτ, το αναπότρεπτο της εξαφάνισης Σαμαρά και της αυτοχειρίας Σημίτη, και τώρα τη δραματική κατάληξη προς την οποία οδεύει ο Καραμανλής ο νεότερος. Δεν έχω χάρισμα οξυδέρκειας, μόνο σταθερότητα και ρεαλισμό στα κριτήρια. Νομίζω.

Και μια πολύ προσωπική ερώτηση: Πιστεύετε ότι υπάρχει Θεός;

Αν σας απαντούσα «ναι» ή «όχι» ή «δεν ξέρω», θα υποβίβαζα την ερώτησή σας σε ιδεολογικό επίπεδο, επίπεδο ατομικών «πεποιθήσεων» παντελώς αδιάφορων για κάθε άλλον. Για να σεβαστώ το ερώτημά σας απαντώ με ερώτημα: Πιστεύετε ότι υπάρχει ο έρωτας; Μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος το πανηγύρι της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς; Και το δικό σας και το δικό μου ερώτημα συγκλίνουν σε πολύ συγγενικές, εμπειρικές ψηλαφήσεις.

Τότε γιατί φοβάται η Εκκλησία τον έρωτα, γιατί τον πολεμάει;

Συγχωρήστε μου λίγη διαφήμιση: Γι' αυτό το ερώτημά σας θα ήθελα να διαβάσετε το τελευταίο μου βιβλίο, που έχει τίτλο Ενάντια στη θρησκεία, από τις εκδόσεις Ίκαρος. Θα αδικήσουμε την απάντηση αν τη στριμώξουμε στα όρια μιας συνέντευξης.

Τότε, μια τελευταία περιέργεια: Σας κάλεσε ποτέ ο πρωθυπουργός να σας συμβουλευτεί, ξέρετε αν σας διαβάζει; Νομίζετε πως θα μπορούσατε να προσφέρετε στον πολιτισμό της χώρας αυτής από κάποια άλλη θέση;

Να συμβουλευτεί εμένα ο πρωθυπουργός; Θα αστειεύεσθε. Οι πρωθυπουργοί στην Ελλάδα απωθούν κάθε επαφή με ανθρώπους που τους ασκούν κριτική, έστω την πιο απροκατάληπτη και ανιδιοτελή. Γι' αυτό τους φοβίζει ακόμα και η συγκρότηση επιτελείου, τους είναι ξένη, αδιανόητη η επιτελική δουλειά. Δεν βλέπετε πόσο εμετικά λιβανίζουν τον εκάστοτε πρωθυπουργό οι υπουργοί του; Πώς να υπουργήσουν κοινωνικό υπούργημα άνθρωποι τέτοιας δουλοπρέπειας και αυτοεξευτελισμού; Πώς να δουλέψει επιτελικά το Υπουργικό Συμβούλιο, πώς να συγκροτήσει ο πρωθυπουργός επιτελική ομάδα μη καφενειακή, διαφορετική από αυτήν του «πρωινού καφέ»;

Όσο για το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, δεν ξέρω να σας απαντήσω, γιατί δεν είχα ποτέ τη δυνατότητα να δοκιμάσω αν θα τα κατάφερνα σε διοικητική ευθύνη. Σκέφτομαι πολλές φορές πως θα ήθελα να μου επέτρεπαν να στρατευθώ «ιεραποστολικά» στη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού. Υπήρξα και ιδρυτικό μέλος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, συνεργάτης - τις πρώτες μέρες του σχεδιασμού του, με τον Ιωάννη Γεωργάκη. Αλλά μόλις στήθηκε, παραδόθηκε φυσικά σε πρόσωπα με εντυπωσιακότερες επιδόσεις επιδεξιότητας. Είμαι λοιπόν άπειρος, και γι' αυτό αμελητέος προκειμένου για ευθύνες διαχείρισης της κρατικής διακονίας του πολιτισμού.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πράγματι ο Γιανναράς όπως και άλλοι ακαδημαικοί "δάσκαλοι" όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνταιελάχιστα έχουν να συνεισφέρουν ή μη ανιαρές θεωρίες.
Αφού λοιπόν δεν γνωρίζει τα περί διακυβέρνησης, ας ασχοληθεί με την μαστορική του όπως λέει ο ίδιος και ας αφήσει όσους είναι διατεθειμένοι να ασχοληθούν με τη διακυβέρνηση να το κάνουν. Από θεωρίες πανεπιστημιακών πήξαμε. Βλέπεις εδώ και αρκετά χρόνια έχουμε πληθωρισμό πανεπιστημιακών.
Ας μας πει τίποτα για το πρακτέο, άλλως ας ρουφήξει τ'αυγό του