Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ο Χάνεκε και η «Λευκή κορδέλα»















Εχοντας στο ενεργητικό του ταινίες που έχουν γράψει τη δική τους βίαιη ιστορία μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, από τα «Παράξενα παιχνίδια» (που έγιναν και αμερικανικό ριμέικ) ως τη «Δασκάλα του πιάνου» και από το «Βίντεο του Μπένι» ως τον «Κρυμμένο», τη μεγαλύτερη ως σήμερα επιτυχία του, ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε παρουσιάζει την ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Λευκή κορδέλα» («Das weisse Βand- Εine deutsche Κindergeschichte», 2009, Αυστρία/ Γερμανία/ Γαλλία/ Ιταλία), η οποία τον περασμένο Μάιο θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα.
Στον «Κρυμμένο» (2006), ο Ντανιέλ Οτέιγ και η Ζιλιέτ Μπινός υποδύονται ένα παντρεμένο ζεύγος γάλλων διανοουμένων που απειλούνται από «κάτι» το οποίο ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι. «Ο,τι είναι να πω βρίσκεται στις ταινίες μου» μού δηλώνει ο Χάνεκε. «Δουλειά μου δεν είναι να δίνω απαντήσεις παρά μόνο να θέτω ερωτήσεις». Λέει μάλιστα ότι δεν ενοχλείται όποτε τον ρωτούν «τι συνέβη μετά;» στις ταινίες του, γιατί θεωρεί την αντίδραση φυσιολογική. Προσπαθεί όμως να πείσει τους θεατές «να σκεφτούν αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο στη θέαση. Μόνο οι ψεύτες έχουν απαντήσεις. Οι πολιτικοί έχουν απαντήσεις».
Γεννημένος το 1942 στη Βαυαρία της Γερμανίας, ο Χάνεκε μεγάλωσε στην Αυστρία από τη μητέρα και τον πατριό του (ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ο ίδιος ήταν τριών ετών). Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Από εκεί ξεκίνησε την καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 από την τηλεόραση. Εξακολουθεί να ζει μόνιμα στη Βιέννη όπου διδάσκει και σκηνοθετεί.
Από την «Εβδομη Ηπειρο», την πρώτη κινηματογραφική ταινία του, την οποία γύρισε με αρκετή καθυστέρηση το 1989, στα 47 του, ο Χάνεκε άρχισε να χτίζει τη φήμη ενός από τους πιο ασυμβίβαστους και εξαιρετικά «μαύρους» σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου. Η θεματολογία του αντλείται μέσα από ιστορίες κοινωνικής αποξένωσης, την αδιέξοδη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τη διάλυση των ανέσεων της αστικής οικογένειας.
Oι ήρωές του σοκάρουν με τις αποφάσεις τους: στη «Δασκάλα του πιάνου» η κεντρική ηρωίδα ( Ιζαμπέλ Υπέρ ) αυτοευνουχίζεται γιατί θεωρεί ότι η σεξουαλικότητά της δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ το παιδί που πρωταγωνιστεί στο «Βίντεο του Μπένι» σκοτώνει χωρίς καμία τύψη τον συμμαθητή του και οι γονείς του απλώς κρύβουν το πτώμα επειδή δεν θέλουν να αμαυρώσουν την αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα τους.
«Ολοι έχουμε ένοχες συνειδήσεις» λέει ο Χάνεκε, «αλλά δεν κάνουμε και πολλά για αυτό. Οσο καλό υπάρχει μέσα στον καθένα μας, άλλο τόσο και κακό». Για το γεγονός ότι συχνά «κατηγορείται» για απελπιστική χρήση βίας στις ταινίες του, δηλώνει ότι η βία πρέπει να απεικονίζεται ακριβώς όπως είναι. «Η αλήθεια είναι πάντα τρομακτική» τονίζει. Ισως γι΄ αυτόν τον λόγο ο σκηνοθέτης σνομπάρει τις αμερικανικές ταινίες αποκαλώντας τες «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Μισεί τις ταινίες που τον κάνουν να νιώθει «περισσότερο ηλίθιος από όσο είμαι». Ωστόσο πριν από μερικά χρόνια πειραματίστηκε ο ίδιος με το αμερικανικό ριμέικ της πιο τρομακτικής ταινίας του, «Παράξενα παιχνίδια», την οποία γύρισε στο Χόλιγουντ με τους Τιμ Ροθ και Ναόμι Γουότς

 
Η «Λευκή κορδέλα» είναι ένα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που στα 144 λεπτά του «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στις αρχές του 20ού αιώνα (κάπου ανάμεσα στα 1913-1914).
Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών, της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα μετατραπεί στο τέρας της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτό που συγκρατείς στη μνήμη έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και (όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε) από απόσταση.
Η κάμερα του Χάνεκε μας μεταφέρει από πόρτα σε πόρτα φτιάχνοντας ένα ψηφιδωτό μικροϊστοριών που συνθέτουν ένα σπουδαίο σύνολο: Ενας δάσκαλος ( Κρίστιαν Φρίντελ ) που επιζητεί το καλό της κοινότητας, αλλά αδυνατεί να επιβληθεί. Ενας πάστορας ( Μπούρκχαρτ Κλάουσνερ) που όταν δέρνει τα παιδιά του λέει ότι πονάει ο ίδιος περισσότερο. Ο γαιοκτήμονας-βαρόνος ( Ούλριχ Τούκουρ ) που, παρά τις ενάρετες προθέσεις του, εκμεταλλεύεται τελικά τους αγρότες. Ο γιατρός της περιοχής ( Ράινερ Μποκ ) που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα ( Σουζάνε Λότερ) που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και κυρίως, θα το επαναλάβω, τα ίδια τα παιδιά, με το απορημένο, τρομαγμένο, αλλά και γεμάτο μίσος ύφος τους. Ψηφίδες μέσα σε αυτό το υπόγειας βαρβαρότητας ψυχόδραμα, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ο Χάνεκε στοχεύει στην αβεβαιότητα του θεατή όταν ακούμε τον αφηγητή να λέει: «Δεν είμαι βέβαιος για το αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Κάποια σημεία της τα γνωρίζω μόνο από φήμες». Αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που τελικά σε ελκύει: παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας, δεν θέλεις να τελειώσει.


Του Ι. Zουμπουλάκη, Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009 και το www.tovima.gr

1 σχόλιο:

Eleni apo ton evosmo είπε...

Είδα την ταινία ένα βροχερό απόγευμα στη Θεσσαλονίκη μόνη μου και βυθίστηκα στον κόσμο του Χάνεκε.Επίτηδες δεν είχα διαβάσει τίποτε σχετικά με την ιστορία και πήγα μόνο με την ανάγκη μου να δω τι έχει να μου πει αυτή τη φορά ο Χάνεκε. Χάρηκα πολύ γιατί είδα ταυτόχρονα και Μπέργκμαν. Και γιατί είναι ό,τι καλύτερο έχει φτιάξει μέχρι τώρα. Την ταινία την κουβαλώ μαζί μου όλες αυτές τις μέρες, μέχρι να την ξαναδώ.