Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

''ΕΝΟΨΕΙ'', Δ. N. Mαρωνίτης, Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Τι να πεις και τι να ομολογήσεις μέρα των βουλευτικών εκλογών. Αν μάλιστα είσαι αποφασισμένος να μη δηλώσεις προκαταβολικά την ψήφο σου, πέρα από την αυτονόητη απόρριψη οποιασδήποτε δεξιόστροφης επιλογής αλλά και βολικής αποχής. Σαν να μη φτάνουν εξάλλου τα αντικειμενικά διλήμματα πολιτικής ουσίας, που έφτασε αισίως στο όριο της απουσίας, ζορίζει και η υποκειμενική αμηχανία για πρόσωπα, πράξεις και πράγματα που βρίσκονται, εδώ και κάμποσο καιρό, σε προβληματική απόσταση από δόκιμες κάποτε ελπίδες, οι οποίες στο μεταξύ ματαιώθηκαν. Και αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: να κλονιστούν τώρα και οι ζωτικές μας ψευδαισθήσεις, δίχως τις οποίες η ζωή γίνεται αυτομάτως ανόητη. Το πράγμα όμως θέλει κάποια εξήγηση.

Τι πάει να πει ζωτική ψευδαίσθηση στον επίκοινο χώρο ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς; Πότε, γιατί και πώς γυρίζει η ευάλωτη αίσθηση σε ωφέλιμη ψευδαίσθηση, κρατώντας με τα δόντια τη ζωτική της αξία; Ωστε να συντηρείται η δύσκολη επιβίωση με ένα υπόλοιπο έμπρακτης αισιοδοξίας, δίχως το οποίο το σώμα και το μυαλό απειλούνται από παραλυτική αδράνεια. Πολύτιμη αναπλήρωση προβληματικών αισθήσεων η ζωτική ψευδαίσθηση βοηθεί, με έμμεσο τρόπο (σαν άδηλη αναπνοή), να αισθανόμαστε βαθύτερα· και κάποιοι να μας αισθάνονται.

Δεν ξέρω άλλον ποιητή της Αριστεράς που να υπερασπίστηκε τις ζωτικές του ψευδαισθήσεις (πολιτικής και υπαρξιακής κατηγορίας) συνεπέστερα από τον Γιάννη Ρίτσο. Ως αντίσταση για να μη γίνουν οι αυτόματες αισθήσεις (η πείνα και η δίψα του κορμιού και του μυαλού) αντικείμενο διαχειριστικής εκμετάλλευσης από τους φορείς όποιας ακόρεστης εξουσίας.

Προς υπόδειξη παραθέτω αποσπάσματα από ώριμο σύνθεμά του που φέρει τον εμβληματικό τίτλο Τειρεσίας (δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1975 στον τέταρτο συλλογικό «Ποιήματα» και αυτόνομος τον Απρίλιο του 1983 από τις εκδόσεις Κέδρος). Το πολύτροπο αυτό χορικό μοιράζεται σε επτά συν μία φωνές και μορφές, που τις συνδέει μεταξύ τους η ενορατική τυφλότητα, ως αναπλήρωση ακριβώς της στερημένης όρασης· προέχει η φωνή και η μορφή του όγδοου τυφλού, που επέχει θέση κορυφαίου.

Στο πρώτο παράθεμα ομολογούν εν χορώ οι επτά μορφές και φωνές: Το μόνο που μάθαμε σίγουρα στο πάει κι έλα του ίσκιου και του ήλιου/ είναι που θα πεθάνουμε- τούτοείναι η γνώση μας, ήμερη γνώση·/ στομώνει τον καημό, στομώνει το κακό μαχαίρι, δεν κόβει πια, ξύνει μονάχα την παχιά μπογιά απ΄ τ΄ αγάλματα/ κι άλλο δεν μένει πάρεξ το άσπρο, το ολόγυμνο.

Οπότε ο όγδοος, κορυφαίος του τυφλού χορού, συμπληρώνει: Μονάχα το άσπρο, το πανύψηλο, το άδειο, / το αστραφτερό, το τυφλό·αυτό μονάχα . Για να καταλήξει ότι σ΄ αυτόν τον γυμνό αγώνα: Κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε,κανείς δεν λείπει. Στη συνέχεια οι επτά του χορού ανοίγουν τα πολιτικά χαρτιά τους: Πολλά πρόσωπα αλλάξαμε, πολλάόχι προσωπεία. / Πίσω από χίλια πρόσωπα κρυφτήκαμε. Μπλεχτήκαμε/με θεούς και μύθους, με άλλους φωτισμούς,με άλλους χρόνους / για να σκεπάσουμε το πρόσωπό μας το βαθύ, το πικρό, το αμετάβλητο, / το άφταιγο, το τιμωρημένο, το μόνο δικό μας. Και ο κορυφαίος προσθέτει: Το άδειο, το σιωπηλό, το ερωτικό, το ανύπαρκτο.

Δεν πρόκειται να σχολιάσω τα ομόλογα αυτά παραθέματα, αντλώντας αποφασιστικά στοιχεία, που ορίζουν την τιμή και την αξία της ζωτικής ψευδαίσθησης στην πράξη, στη σκέψη και στην έκφραση του Γιάννη Ρίτσου. Θυμίζω μόνον ότι η ποίησή του κινείται σταθερά σ΄ αυτήν την περιοχή, προπάντων όταν δοκιμάζεται η αντοχή της ανάμεσα στις συμπληγάδες της πολιτικής και της ποιητικής ηθικής. Κάπου κάποτε διάβασα ότι από όλα τα θρησκευτικά αμαρτήματα το μόνο οριστικά ασυγχώρητο είναι η υβριστική προσβολή του Αγίου Πνεύματος. Παραλλάσσοντας τη φοβερή αυτή προειδοποίηση, προτείνω να θεωρηθεί ασύγγνωστη κάθε δόλια υπονόμευση των ζωτικών μας ψευδαισθήσεων, οι οποίες συντηρούν την πολιτική μας αθωότητα, την πίστη μας σε κάποιες άπιαστες αρχές. Μ΄ αυτές εξάλλου βγάλαμε πέρα την επώδυνη, αγωνιστική δοκιμασία της εφτάχρονης δικτατορίας. Μ΄ αυτές ελπίσαμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ότι ξανοίγει κάπως ο θολός ορίζοντας της δημόσιας ζωής.

Ισως αυτό το, συμπιεσμένο σήμερα, απόθεμα είναι πρόσφορο κριτήριο για να αποφασίσουμε τι και ποιον ψηφίζουμε: μακριά από όσους περιφρονούν και υπονομεύουν τις ζωτικές ψευδαισθήσεις για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Αυτές που έμειναν και επιμένουν ακόμη, ως σωσίβιο ατομικής και πολιτικής αξιοπρέπειας. Να θυμίσω, εξάλλου, ότι σ΄ αυτές στηρίζονται οι τίμιες ανθρωπιστικές επιστήμες, και η καλή λογοτεχνία και τέχνη. Καθαρή ψήφο, λοιπόν, ζωτικά ψευδαίσθητη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: