Τρίτη 27 Απριλίου 2010

"Day in Day out" from Elinore Harris or Lady Day or Billie Holiday...as you wish






















Tο τεύχος Απριλίου του περιοδικού Jazz &Τζαζ συνοδεύει μια πραγματικά  εξαιρετική συλλογή αφιερωμένη στη θεική Billie Holiday, φίλη και μουσική σύντροφο για χρόνια του σαξοφωνίστα Lester Young. 
Γεννήθηκε στις 7 Απριλίου στην Πενσυλβάνια  το 1915 και πέθανε στο Χάρλεμ στις  17 Ιουλίου του 1959. Ζωή γεμάτη προβλήματα με ναρκωτικά και χαμένες αγάπες, υπόγεια μπαρ και καπνούς συνέθεσαν μια κατά τα άλλα τραγική ζωή. Μας άφησε όμως μουσική κληρονομιά απίστευτη κι αυτό αρκεί να τη θυμόμαστε πάντοτε με λατρεία.


Ενα από τα πιο μεστά και δυνατά αφιερώματα του περιοδικού (όχι βέβαια τα μόνα από το Jazz & Τζαζ, το μεγάλο αυτό σχολείο της τζαζ). Το ακούω  πάνω από δέκα περίπου μέρες ,συνεχώς στον Vincent μου και δε λέω να το αλλάξω. Τελειώνει, από την αρχή και πάλι...Υπέροχη bluesy ατμόσφαιρα, πάθος και ψυχή σε όλα τα κομμάτια από μια γυναίκα που ό,τι και να γράψει κάποιος γι αυτήν θα την αδικήσει. 
Στάθηκα, πέρα από όλα τα υπέροχα κομμάτια ,(ακούστε το "Stars fell on Alabama"  ή το "Just one of those things" του Cole Porter, ή ακόμη το "Embraceable You" του G.Gerswin με το μυαλό να ταξιδεύει στα γεμάτα καπνό μπαρ του Χάρλεμ και της 52ης Οδού, και θα με θυμηθείτε) χωρίς να προσδιορίζω το λόγο, στo "Day In Day Out". Μια υπέροχη τζαζ σύνθεση  με το μπλουζ υπόβαθρο και ρυθμό να  τυλίγει απαλά τη ροή της. Υπάρχει στην ηχογράφησή της στην Verve το 1957 στο σιντί με τίτλο "Songs for Distingue Lovers".

Μη χάσετε το τεύχος αυτό, του Jazz &Τζαζ με αριθμό 205, και το αφιέρωμά του στην Billie Holiday.

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Ow ! from Dizzy and his friends

Μια καταπληκτική παρέα στο φεστιβάλ της Βέρνης στην Ελβετία το 1985. Στην τρομπέτα ο Dizzy Gillespie, στο μπάσο ο Ray Brown, στο τενόρο σαξόφωνο ο James Moody, στο πιάνο ο Gene Harris και στα κρουστά ο Grady Tate.























Ο Dizzy μου βγάζει μια αίσθηση αδυναμίας, αλλά βρίσκεται προς το τέλος μιας απίστευτης καριέρας και τον επηρεάζει προφανώς και η ηλικία. Ο Ray πάντοτε με το αρχοντικό του παίξιμο "φορτώνεται" όλη την παρέα. Για τον Harris ό,τι και να πούμε είναι λίγο. Αποπνέει τις μπλουζ καταβολές του  και το πληθωρικό του ταλέντο, ενώ ο Moody παραμένει κλασσική αξία.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Η αιώνια αλήθεια του μυθιστορήματος: μια χειρονομία δίχως αύριο

Αγόρασα το πρωί του Σαββάτου το τρίτο αντίτυπο της "Τέχνης του μυθιστορήματος", του Μ.Κ. Στα άλλα δύο αντίτυπα της βιβλιοθήκης μου έχω υπογραμμίσεις και σημειώσεις στα περιθώρια κάθε σελίδας, γεγονός που καθιστά αδύνατη μια νέα ανιδιοτελή (απαιτητή και στα δοκίμια όχι μόνο στα μυθιστορήματα) ανάγνωση. Οι πολλαπλές προηγούμενες αναγνώσεις του  λαμπερού αυτού βιβλίου (όπως και όλων των άλλων του "πατέρα") δεν εμπόδισαν τελικά τη νέα ενεπηρέαστη ανάγνωσή του. Το διάβασα απνευστί και στη συνέχεια τμηματικά και κατ'επιθυμία μου διάφορα κεφάλαια μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής. Το δοκίμιο αυτό μου προκάλεσε και πάλι ταχυκαρδία (προσωπική αίσθηση πάντοτε) και μια αίσθηση θαυμασμού απέναντι στον ήδη λατρεμένο μου μυθιστοριογράφο. Σα να το διάβαζα πρώτη φορά. Συγκρατήθηκα και δε δημιούργησα ούτε μια μολυβιά στις σελίδες του. Νομίζω οτι αυτό θα με βοηθήσει να ανακαλύψω διαφορετικές πτυχές του σε επόμενες αναγνώσεις.
Πάντως όπως κι αν το διάβασα μέχρι τώρα, ο θάνατος του μυθιστορήματος (με το μυθιστόρημα σαν προσπάθεια να απαντά σε ερωτήματα της ύπαρξης πάντοτε, γιατί αυτή είναι η ηθική του, άλλως είναι ''ανήθικο'') θα μου είναι ορατός στο τέλος της εποχής των Νέων Χρόνων όπου ζούμε. Στο τέλος δηλαδή της ατομικότητας (ο Μ.Κ το γράφει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '80!), στην εποχή μιας άνευ προηγουμένου ομοιομορφίας.
Ή έστω όπως λέει και ο ίδιος: αν θα πρέπει στ΄ αλήθεια να εξαφανιστεί το μυθιστόρημα είναι γιατί βρίσκεται σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός του.

Γράφει λοιπόν :

" Η ενοποίηση της ιστορίας του πλανήτη, αυτό το ουμανιστικό όνειρο που ο Θεός από κακία επέτρεψε να εκπληρωθεί, συνοδεύεται από μια διαδικασία ιλιγγιώδους έκπτωσης. Είναι αλήθεια πως οι τερμίτες της έκπτωσης ροκανίζουν ανέκαθεν την ανθρώπινη ζωή: ακόμη και ο μεγαλύτερος έρωτας εκπίπτει στο τέλος σε ένα σκέλεθρο καχεκτικών αναμνήσεων. Όμως ο χαρακτήρας της σύγχρονης κοινωνίας ενισχύει τερατωδώς αυτή την κατάρα: η ζωή του ανθρώπου συρρινώνεται στην κοινωνική του λειτουργία, η ιστορία ενός λαού σε μερικά γεγονότα, που με τη σειρά τους περιορίζονται σε μια μεροληπτική ερμηνεία, η κοινωνική ζωή έχει περιοριστεί στον πολιτικό αγώνα, κι αυτός στην αντιμετώπιση δύο μόνο μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μιαν αληθινή δίνη της έκπτωσης, όπου "ο κόσμος του βιώματος", για τον οποίο έκανε λόγο ο Χούσερλ, μοιραία επισκιάζεται κι όπου το είναι πέφτει σε λήθη.
Άν συνεπώς ο λόγος ύπαρξης του μυθιστορήματος είναι να συγκρατεί τον "κόσμο του βιώματος" κάτω από ένα αέναο φωτισμό και να μας προστατεύει από "τη λήθη του είναι", η ύπαρξη του μυθιστορήματος δεν είναι άραγε πιο αναγκαία σήμερα από ποτέ;
Ναι, έτσι φαίνεται. Αλίμονο όμως, το μυθιστόρημα κατατρώγεται επίσης από τους τερμίτες της έκπτωσης, που δεν μειώνουν μόνο την έννοια του κόσμου, αλλά και την έννοια των έργων. Το μυθιστόρημα (όπως κι όλη η κουλτούρα) βρίσκεται όλο και περισσότερο στα χέρια των μέσων μαζικής επικοινωνίας, αυτά τα μέσα, ως συντελεστές της ενοποίησης της ιστορίας του πλανήτη διαστέλλουν και διοχετεύουν τη διαδικασία της έκπτωσης, μοιράζουν σ΄ολόκληρο τον κόσμο τις ίδιες απλουστεύσεις και τα ίδια στερεότυπα, που είναι κατάλληλα να γίνουν αποδεκτά από το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό, απ΄όλους, από την ανθρωπότητα ολόκληρη. Και λίγο ενδιαφέρει αν, μέσα από τα διάφορα όργανά τους, εκδηλώνονται διαφορετικά πολιτικά συμφέροντα. Πίσω από την επιφανειακή διαφορά βασιλεύει ένα κοινό πνεύμα.
...
Το πνεύμα του μυθιστορήματος είναι το πνεύμα της πολυπλοκότητας. Κάθε μυθιστόρημα λέει στον αναγνώστη: "Τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ΄όσο νομίζεις". Αυτή είναι η αιώνια αλήθεια του μυθιστορήματος, που όμως ακούγεται όλο και λιγώτερο μέσα στη βουή των γρήγορων και απλουστευτικών απαντήσεων, που προηγούνται του ερωτήματος και το αποκλείουν. Για το πνεύμα των καιρών μας, ή η Άννα έχει δίκιο ή ο Καρένιν, κι η παλιά σοφία του Θερβάντες, που μας μιλάει για τη δυσκολία της γνώσης και για την ασύλληπτη αλήθεια, φαίνεται ενοχλητική και άχρηστη.
Το πνεύμα του μυθιστορήματος είναι το πνεύμα της συνέχειας: κάθε έργο είναι η απάντηση στα έργα που προηγήθηκαν, κάθε έργο περιέχει όλη την εμπειρία του μυθιστορήματος. Όμως το πνεύμα των καιρών μας είναι σταθερά  προσηλωμένο στην επικαιρότητα, η οποία είναι τόσο επεκτατική και τόσο ευρεία, ώστε απωθεί το παρελθόν πέρα από τον ορίζοντά μας και περιορίζει τον χρόνο  μόνο στο παρόν δευτερόλεπτο. Ενταγμένο μέσα στο σύστημα αυτό, το μυθιστόρημα δεν είναι πια έργο (πράγμα προορισμένο να διαρκέσει, να συζεύξει το παρελθόν με το μέλλον), αλλά γεγονός της επικαιρότητας όπως άλλα γεγονότα, μια χειρονομία δίχως αύριο."


Μίλαν Κούντερα " Η Τέχνη του Μυθιστορήματος" μτφ. Φ.Δρακονταειδής, εκδ ΕΣΤΙΑ.

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Από το Νώντα Τσίγκα : Ρέκβιεμ (Τρεις Επιτάφιοι κι ένας… τέταρτος) με αφορμή το "Erbarme dich mein Gott"


Αγαπητέ Δημήτρη,
Χριστός Ανέστη
Θα σου πω τώρα τι λέει ένα μεγάλος μαέστρος ο Μπρούνο Βάλτερ -που διαδέχθηκε τον Δημήτρη Μητρόπουλο στο πόντιουμ της New York Philarmonic Orchestra  για τον Μπάχ :  Τον ονομάζει "βασιλική δρύ". Δεν έχει άδικο. Στα κλαδιά του άνθισε η μουσική κι έβγαλαν ρίζες οι μεγάλοι μουσουργοί. Τεράστιο μέγεθος.
Στο "βιβλίο της Μαγκναταλένα Μπάχ" - εγω αμφιβάλω αν μπόρεσε αυτή η γυναίκα να γράψει έστω μιά σελίδα ποτέ στη ζωή της κα στο γόνατο ακόμα αφού ήταν αφιερωμένη στο να να γεννοβολάει τα παιδιά (είκοσι!!!! εκ των οποίων πέντε τουλάχιστον σπουδαίοι μουσικοί Καρλ Φιλιπ Εμμανουέλ , Φριντριχ κλπ) του Κάντορα του Αγίου Θωμά της Λειψίας- η στιγμή αυτή των Κατα Ματθαίον Παθών  αναφέρεται σαν η στιγμή όπου η Μαγκνταλέν βρίσκει τον Ιωάννη Σεβαστιανό να κλαίει. Εστω κι αν το παραπάνω κείμενο θεωρείται πως έχει γραφεί από κάποιον θαυμαστή του Μπάχ δεν θεωρώ καθόλου απίθανο να έκλαιγε ο συνθετης όταν τόγραφε. Δεν εχω πάψει να συγκλονίζομαι με τον συναγωνισμό του βιολιού και της Σοπράνο για το ποιός θα φτάσει πιό γρήγορα στο Θεό στη συγκεκριμένη άρια.
Σ΄ευχαριστώ που με θυμήθηκες στο site. Εγώ δεν ξέρω ποιά είναι η πιό συγκλονιστική εκτέλεση του Εργου. Μ΄αρέσει όμως να τον ακούω πάντα απο τον πρώτο δίσκο που έιχα αγοράσει. Εκτοτε προστέθηκαν καμιά δεκαριά. Κι ακόμα είμαι αναποφάσιστος.
Με αφορμή τον Μπάχ και τον μέγιστο Νίκο Καρούζο ένα περσινό μου "λογοτεχνικό" κείμενο (όχι περσινά  ξινά σταφύλια...).

Με αγάπη Νώντας Τσίγκας


Ρέκβιεμ

(Τρεις Επιτάφιοι κι ένας… τέταρτος)


Του Νώντα Τσίγκα 


Ενας ποιητής στο υπόγειο ( Dies Irae )

Εχει αποκάμει και τώρα γέρνει μπροστά το κορμί βήχοντας με ανακούφιση σ’ αυτήν την επιτηδευμένη κι ολότελα επινοημένη γυμναστική των πνευμόνων. Που είναι όμως και μια άσκηση από μακρού ενάντια στη σιωπή. Βγάζει τα πρεσβυωπικά γυαλιά και πιάνει στα χέρια του το πακέτο με τα τσιγάρα. Μπροστά του η παμπάλαια γραφομηχανή περιμένει μ’ ολάνοιχτο στόμα να την ταϊσει λέξεις. Μια απαιτητική γριά , σύντροφος στο απλήρωτο μεροδούλι, ακούραστη και υπομονετική στο πνευματικό συσσίτιο. Πιο κει τρία τέσσερα κουτιά με χάπια: Θεοφυλλίνη και τα συναφή εισπνεόμενα διασταλτικά των βρόγχων. Οι γιατροί φρόντισαν για την πληρέστερη εισπνοή αυτής της -στάσιμης, θανατερής και όζουσας μάζας αέρος του υπογείου. Που ποτέ δε θα μοιάζει με τις ριπές από το βουνίσιο αεράκι που φυσά αυτοδίκαια. Και παντοτεινά θα υπάρχει για να διατάζει : Απολέλυσαι της ασθενείας σου!
Σ’ αυτό το κατώγι ζει αγαπητοί μου ένας ποιητής! Η μούχλα ετούτης της πολυκατοικίας που σε πιάνει από τη μύτη την ώρα που διαβαίνεις την πόρτα, μαζί με τη μυρωδιά πετρελαίου από το λεβητοστάσιο, ακολουθεί μέχρι εδώ κάτω τον Νίκο Καρούζο. Σ’ αυτό το είδος άγριας απομόνωσης, στην υγρή φυλακή που ετοιμάστηκε για έναν ακόμα άνθρωπο που θέλησε απλώς «να γράψει τ’ όνομά του πάνω στο νερό»…
Απ’ αυτή τη σιωπή εδώ κάτω προβάλουν οι λέξεις. Χωρίς να αναδύεται καμιά δυστυχία, κανένα μικρόψυχο : «εμείς οι καημένοι». Κι όταν ο Νίκος Καρούζος πιάνει στα χέρια του εκείνο το διαλυμένο πικάπ με το μονοφωνικό ηχείο και το ετοιμάζει, μοιάζει σα να τακτοποιεί στη σκηνή μια εκατονταμελή και βάλε χορωδία, την ορχήστρα καθώς και τον Μπρούνο Βάλτερ στο πόντιουμ .
Για ν’ ακουστεί ξανά -σαν ξάφνιασμα από βέλος που περνά ξυστά στο αυτί- από Τα Κατά Ματθαίον Πάθη η φωνή Erbarme dich Mein GottΛυπήσου με Θεέ μου»). Kι η φωνή αυτή εξυψώνεται και μεγεθύνεται και καθώς δε χωρά στο κατώγι εκρήγνυται και βγαίνει μέσ’ από τον ανοιχτό φεγγίτη σκορπίζοντας στα πόδια των περαστικών. Από δω κάτω διακρίνεις μονάχα τα παπούτσια των διερχομένων κι ένα μέρος από τις σουλατσαδόρικες γάμπες τους. Με το καλτσάκι τους τεζαρισμένο, την τσάκιση στο παντελόνι ονειρώδη, τα τακουνάκια τους άψογα και τη ραφή του καλσόν προσεγμένη στο μέσον ακριβώς. Αν είσαι προσεκτικός μπορείς να διαβάσεις μέχρι και τις σόλες των παπουτσιών τους. ( Τι έχουν πατήσει όλοι ετούτοι οι άνθρωποι…)
Από τόσο χαμηλά λοιπόν βλέπει ο ποιητής . Και τόσο χαμηλά η πολυπληθής Αθήνα, των αρειμανίων καταναλωτών ευτυχίας και πνευματικώς αργομίσθων, έχει ορίσει να κατοικούν η ποίηση κι η μουσική. Από τόσο χαμηλά υψώνεται κι ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ για να ακμάσει σε λίγο ως «βασιλική δρυς». Νότα τη νότα χτίζεται το μεγαλείο , λέξη τη λέξη ορθοδομούνται οι μεγαλοπρεπείς ναοί των ποιητών :

Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
Χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω από το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος

Ιωάννης


Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα προχωρημένο. Για να ξεμουδιάσει απόψε και ν’ αναπνεύσει -κι αφού δεν το κατάφερε να βρεθεί στην εκκλησιά - αποφασίζει ν’ ανέβει στο δρόμο για λίγο. Στο ταπεινό εκκλησάκι που συνήθιζε να πηγαίνει όλα τα χρόνια μαζεύονται τελευταία κάμποσοι νεόπλουτοι και ξιπασμένοι αγράμματοι με κινητά που ηχούν διαρκώς ( με μοδάτο ντύσιμο του ενός πιο καλό από του άλλου και πιο λουστρίνι το υπόδημα και πιο τριζάτο). Α! αυτό το γνωρίζει πολύ καλά… Ο υποκάτω τους, αυτός που ζει τόσα χρόνια στο κατώγι: το ξέρει το πολυτελές πατούμενό τους! Μα δεν μισεί τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε υποφέρει. Απλώς αδιαφορεί. Ρίχνει το σακάκι στον ώμο και βγαίνει στο σούρουπο. Πέφτει απάνω στην ώρα της περιφοράς και συνωθείται μαζί μ’ άλλους δυο στο στενό πεζοδρόμιο Λιτοχώρου με Ιωαννίνων. Παρακολουθούν με συντριβή και ακροώνται σαν σιγανή βροχή τα σερνάμενα μικρά βήματα και την πομπή του Επιταφίου που διέρχεται .
Κλίνει την κεφαλή ο ποιητής των υπογείων:
Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου…


Ο Μήτσος (Lacrymosa)

Τον ακούω από τον φωταγωγό. Η φωνή του ν’ ανεβαίνει
ως μαθητευόμενου ψαλμωδού ένρινη και βαθιά εσπερινή συνήθως, σαν από χωνί περασμένη θαρρείς ηλεκτρονική. Μαζί της αναδύεται σχεδόν πάντοτε μυρωδιά από τηγανητές πατάτες και αυγά μάτια. Προσπαθεί να αγγίξει το λυγμικό Αχ του Καζαντζίδη η να μιμηθεί άλλων λαϊκών αοιδών τις κορώνες. Ενας μοναχικός άνθρωπος είναι ο Μήτσος που μένει από κάτω. Πόσο κάτω; «Στο μείον δύο» λένε. Που σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πιάνει ούτε τη βάση στα κοινωνικά. Δηλονότι στον μείον δύο όροφο έχουμε οκτώ -μη πω δέκα - μέτρα υποκάτω της γης. Πιο κάτω κι από τους πεθαμένους τον Χριστιανικό θάνατο. Οστόσο στα θετικά της υποθέσεως θα πρέπει να λογίζεται κι εκείνο το παράθυρο που κοιτάζει στο ρέμα , στο χώρο δηλαδή αποβολής ανεπιθύμη-των υγρών και σαβούρας πάσης φύσεως από τους χωριάτες που κατοικούν αυτή την πόλη.
Η γυναίκα ποτέ δεν πρέπει να υπήρξε στη ζωή του. Συγγενείς και φίλοι μάκρυναν πια. Δουλεύει από τα χαράματα μέχρι αργά τ’ απόγευμα στη βιοτεχνία κι έρχεται να ζαρώσει στο υπόγειό του. Βγαίνει σπανίως από δω σαν αράχνη ή σαρανταποδαρούσα, μπορεί και σαν ποντικός ή βδελυρή κατσαρίδα. Ένα ενοχλητικό απόβλητο της λαμπρής και αειφόρου κοινωνίας που εξαφανίζεται εδώ κάτω. Εδώ που κρατά μαζί του θαμμένες μιας ζωής τις ματαιώσεις και τα διακυβεύματα- αν πράγματι αυτά ποτέ υπήρξαν.
Τα φυλάγει σαν παλιές φωτογραφίες, δροσερές και στημένες στιγμές του παρελθόντος. Μνήμες τσιτωμένες σαν ρόγες παρθενικές μπροστά στην ηδονή. Κι όταν βρίσκεται την κουζίνα ή το μπάνιο δεν παραλείπει να τραγουδήσει σίγουρος πως όλοι ακούμε το απέραντο παράπονο χωρίς τις αιτίες του.
Στο κάλεσμα του Επιταφίου που περνούσε πώς να μη βγει; Με τόσα θαμμένα και άδοξα παρατημένα εντός του, ενθύμια μιας ζωής ολόκληρης, ανάμεσα στ’ ανοιξιάτικα νεκρολού-λουδα …
Στάθηκε ανύποπτος δίπλα στον Νίκο Καρούζο στο πεζοδρόμιο εκείνο.


Ο κύριος Αριστοτέλης (Offertorium)

Σπούδασε και άσκησε λένε Ψυχανάλυση για μια εικοσαετία στο Παρίσι. Μαθητής της Μαρίας Βοναπάρτη, λίγο έλειψε βασίλισσας της Ελλάδος και άξιας μαθήτριας του Σίγκμουντ Φρόϋντ. Πολυμαθής και βαθιά μορφωμένος , ακέραιος , ικανός, συγγραφέας πολλών βιβλίων και αντεπι-στέλλον μέλος όλων σχεδόν των εταιριών της Ψυχαναλυτικής επιστήμης. Είναι ο Ψυχίατρος των… Ψυχιάτρων ! Κι έχει αποστολή και χρέος να θεραπεύει τους γιατρούς.
Είναι η σιδηρά πανοπλία που πάνω της αντανακλάται η εμπάθεια και κόβει δρόμο.
Είναι ο Βελερεφόντης, ο Αη Δημήτρης των κουρσεμένων ιατρικών κάστρων. Αυτός φανερώνεται έφιππος ανάμεσα σε φωταύγειες βορείου Σέλαος που πάλλεται στο λυκαυγές . Οταν τα όνειρα κι οι σκοτεινές αιχμές του ασύνειδου έχουν πια διαπεράσει τον περήφανο θώρακα των υπερασπιστών τους.
Τον έχουν πει –προφανώς αστειευόμενοι χυδαία οι αρνητές και οι αντίπαλοί του –«χωματερή των παθών» και «ενεχυροδανειστή των ονείρων». Κάθε βράδυ στην πολυκατοικία όπου ζει και εργάζεται, λίγοι σιωπηλοί άνθρωποι χτυπάνε το κουδούνι της βαριάς και σκοτεινής εισόδου. Ανεβαίνουν βαρύθυμοι τις σκάλες και τον συναντούν στο υποβλητικό του γραφείο που μοιάζει με αίθουσα του θρόνου. Εχουν μπροστά τους πλέον εκείνον που συλλαμβάνει τις σκοτεινές πτυχές των ονείρων. Κι αφού τ’ όνειρο είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας αυτός είναι που αναλαμβάνει να αλυσοδέσει -το λέει όμως καλύτερα εκείνος : «να χειρισθεί»- τις σκοτεινές ψυχικές υποθέσεις ασθενών και γιατρών αντάμα. Σ’ εκείνον λοιπόν τον άνθρωπο μονάχα μπορούν κι εμπιστεύονται οι θεραπευτές να καταθέσουν το αβάσταχτο φορτίο των ψυχικών τους εισπράξεων. Τινάζουν από πάνω τους το μαύρο σκοτάδι των ψυχών σα να ‘ταν σκόνη καθισμένη στα ρούχα ύστερα από οδοιπορία σε δρόμο μακρύ. Εκεί στο σκοτεινό ενεχυροδανειστήριο των ονείρων αφήνουν τα λύματα των λειαντήρων των ψυχών. Ο κύριος Αριστοτέλης στέκει αμίλητος και εγκρατής. Ακούει με προσοχή. Ακάματος αχθοφόρος της σκοτεινής όψης του ήλιου συγκεντρώνει τις εμπάθειες μέρα τη μέρα . Τοκογλύφος μιας ποίησης που γεννά η ψυχική ταραχή και το μέσα σκοτάδι. Οι γιατροί, οι θλιμμένοι θηριοδαμαστές των ψυχών φεύγουν σκυφτοί πληρώνοντας με ανακούφιση …
Σήμερα βγήκε κι αυτός, περιφέροντας τον Επιτάφιο που έκλεινε στο θώρακά του μέσα, και βρέθηκε μαζί με τους άλλους δυο άγνωστους άνδρες στο πεζοδρόμιο τη συγκεκριμένη ώρα.


Και ο …τέταρτος (Agnus Dei)

Ο κανονικός Επιτάφιος , με την δολοφονημένη από τους ανθρώπους Αμνό του Θεού, πέρασε όπως κάθε χρόνο συνεπής στο εθιμοτυπικό στις οκτώμιση, γωνία Λιτοχώρου και Ιωαννίνων, ένα δρόμο οπουδήποτε στην Ελλάδα των άστεων. Η ποίηση, ο σπαραγμός και τα ερέβη των ανθρώπινων ψυχών δια των εκπροσώπων τους επί της γης συναντήθηκαν με Τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου.
Η συνάντηση χαιρετήθηκε με το παρόν κείμενο…

Θεσσαλονίκη 15.3.2009

* O Nώντας Τσίγκας είναι γιατρός Νευρολόγος. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

Γράφει ο Miles για τον Trane...



"Ο Τρέην δεν κράταγε ποτέ σημειώσεις όσο καιρό έπαιζε στην ορχήστρα μου. Λέγαμε ένα σωρό πράγματα για τη μουσική και στις πρόβες και καθώς πηγαίναμε στη δουλειά.Του έδειχνα διάφορα πράγματα κι εκείνος τα άκουγε κι έκανε πάντα ό,τι του έλεγα. Του έλεγα, ας πούμε: " Κοίτα, Τρέην, σου έχω εδώ κάτι ακόρντα, αλλά να μην τα παίξεις με τον ίδιο τρόπο συνέχεια, με πιάνεις; Ξεκίνα τα κι από τη μέση καμμιά φορά καμιά και μην ξεχνάς οτι μπορείς να τα παίξεις και σε τρίτες. Αυτό δηλαδή σημαίνει οτι έχεις δεκαοχτώ με δεκαεννιά πράγματα να παίξεις μέσα σε δύο μέτρα". Εκείνος καθότανε και με άκουγε με τα μάτια ορθάνοιχτα, κρεμασμένος απ το στόμα μου.
Ο Τρέην ήταν νεωτεριστής, και σε αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να βρίσκεις το κουμπί τους όταν είναι να τους πεις κάτι. Γι αυτό τού λεγα να αρχίσει από τη μέση, γιατί ήξερα ότι έτσι λειτουργούσε το μυαλό του. Επιζητούσε την πρόκληση, αν όμως εσύ χειριζόσουν λάθος το θέμα δε σ άκουγε με τίποτε. Κι όμως, ο Τρέην ήταν ο μόνος μουσικός που μπορούσε να παίζει τα ακόρντα που του έδινα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ακούγονται σαν ακόρντα.
...

Αυτό ήταν το μόνο που που τον απασχολούσε. Δεν μπορούσε να υποκύψει στη γοητεία καμιάς γυναίκας, γιατί είχε ήδη υποκύψει στη γοητεία της μουσικής κι έμενε πιστός στη γυναίκα του."




Το υπέροχο και συναισθηματικά φορτισμένο "AfroBlue" το ακούμε από το κουαρτέτο του, με τον Jimmy Garrison στο μπάσο, το Mac Coy Tyner στο πιάνο και τον Elvin Jones στα τύμπανα.

Να σημειώσω (το ξαναέγραψα σε παλαιότερη ανάρτηση πάλι) εδώ πως ο Τρέην άρχισε να παίζει σοπράνο σαξόφωνο όταν ο Miles Davis του χάρισε ένα. Τον επηρέασε και το παίξιμό του  στο τενόρο σαξόφωνο αντίστοιχα. Ο ήχος του σοπράνο του δεν έμοιαζε με άλλον, ήταν αποκλειστικά δικός του. Με το σοπράνο επίσης έπαιζε πιο ανάλαφρα και πιο γρήγορα απ ότι με το τενόρο. Ανακάλυψε επίσης ότι με το σοπράνο μπορούσε να παίξει πιο δεξιοτεχνικά λόγω του γεγονότος ότι είναι ίσιο πνευστό, πράγμα που δε συμβαίνει με το τενόρο. Πέραν του γεγονότος ότι μπορούσε να σκέφτεται και να ακούει καλύτερα απ ότι με το τενόρο.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Erbarme dich, mein Gott

Από τα "Κατά Ματθαίον Πάθη" του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η καλύτερη βερσιόν (στο ΒWV 244-39 όπου BWV σημαίνει :Bach Werke Verzeichnis δηλαδή σε ελλ. μφ. Κατάλογος Έργων Μπαχ) νομίζω από όλες. 
Η αφορμή που τα άκουσα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας στάθηκε ο αγαπητός Β.Καραγιάννης, και τα άκουσα σε όλες τους τις εκτελέσεις. Ο πολύ καλός φίλος Νώντας Τσίγκας μου έστειλε κι αυτός πρόταση πάλι από τα ''Πάθη'', και τον ευχαριστώ κι αυτόν πάρα πολύ. Νομίζω η καλύτερη είναι εδώ με τη mezzo-soprano γερμανίδα Rosmarie Lang (1947-...). 
Έστω και μετά το Πάσχα η απόλαυση δεν μειώνεται στο ελάχιστο. Ανάταση ψυχής και ταξίδι του νου και της καρδιάς σε άλλους κόσμους. Eγώ το ακούω ακόμη...