Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Οι περιττές αξίες και ζωές. Ένα κουβάρι - Η κόλαση θα τον υποδέχθηκε με πανηγύρια.

Θα αναρτούμε και θα διαφημίζουμε ασύστολα (το κάνουμε ήδη και θα συνεχίσουμε) τα γραπτά και τα βιβλία των φίλων μας.Ο συγκεκριμένος φίλος έχει κάνει ήδη Ανάσταση στην Κάρπαθο κι εγώ διαβάζω Τσιοράν.


Μόνο φίδι δεν είχα για συντροφιά, σκέφτηκα. Μα η συνάδελφος και συνοδοιπόρος και σε αυτό το ταξίδι όπως και στα περισσότερα, Μαρία Καρχιλάκη, με επανέφερε.
Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου θα έχεις και ένα φίδι 4 μέτρα; είσαι εντελώς χαμένος;
Στην αγορά της Παρασκευής, μπορείς να αποκτήσεις ότι κρυφό και παράλογο μπαινόβγαινε στα όνειρα σου. Καλά μπορεί να γίνει και εμμονή με τη πρώτη ματιά, δεν χρειάζεται να το έχεις προμελετήσει, είναι αυτό το chemistry, η χημεία, ο έρωτας, που σε βάζει να κάνεις και το φακίρη, να αγγίζεις αναμμένα κάρβουνα, όχι να τα αγγίζεις να τα καταπίνεις, να φτύνεις και τα κουκούσια. Έχω μια αδυναμία σε όλες αυτές τις αγορές, τα παζάρια του κόσμου, που όσο πιο ταπεινή, όσο πιο φτωχική είναι η χώρα, τόσο πιο παράξενο τόσο πιο περίεργο είναι το δρώμενο του γιουσουρούμ.
Στην Αγκόλα για παράδειγμα έξω από την Λουάντα, την πρωτεύουσα, είναι κυριολεκτικά αμέτρητος ο κόσμος που μαζεύεται. Κόσμος που πουλά, αγοράζει οτιδήποτε, δεν ξεχωρίζεις το χρώμα των ανθρώπων, όλο αυτό το σμάρι, το πέλοτον, δείχνει να αναπνέει σαν με ένα πνεύμονα.
Αλλά πολύ βαθειά δεν είναι για όλους, οι μυημένοι μοναχά πάνε παρακάτω, αυτοί που είναι περαστικοί στέκονται στην αρχή καλύπτοντας ανάγκες καθημερινότητας. Στο βάθος, εκεί που χάνεται το μάτι ψίθυροι μιλούν ακόμη και για βαρειά όπλα, πυραύλους, περίεργα χημικά αλλά και όμορφες μαύρες. Από εκείνες που μου έλεγε ο Νικόλας στο Γιοχάνεσπουργκ οτι αν σε φιλήσουν, μένει το χνάρι τους πάνω σου, το κουβαλάς μες την ψυχή συμβόλαιο, τόσο που το παραδίνεις και στους επόμενους τις γενειάς σου.
Δεν προχώρησα, φοβήθηκα, μην και ανταλλάξω την κάμερα με πραγματικά όπλα και από καταγραφές καταλήξω σε διαγραφές.
Στην Αρμενία, στο Γερεβάν, το αντίστοιχο παζάρι είναι πιο άχρωμο και καθόλου στριμωγμένο, κυριαρχεί η μνήμη, ένα παρελθόν που αν και κανείς δεν δείχνει περήφανος όλοι το αποζητούν.
Το σφυροδρέπανο είναι σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα που μου άρεσαν, μεγαλώσαμε μα τα παιγνίδια της νιότης μπαινοβγαίνουν σαν γλάροι στο μυαλό.
Μα τι να σας πω για το Πακιστάν, την Τουρκία, το Ιράκ. Στην Βαγδάτη ήταν που μια Παρασκευή, εκεί ο Θεός θέλει την Παρασκευή δικιά του, ερωτεύτηκα ένα φίδι. Σκέφτηκα ώριμα, καλή παρέα, ήσυχο, με το δικό του σενάριο ζωής. Σίγουρα δεν ψάχνει σε μένα το μισό του πορτοκάλι.
Πάει το φιδάκι, δεν έγινε το deal, μα λίγο πριν τους Αμερικάνικους βομβαρδισμούς, ο κόσμος αμφέβαλλε για το κακό που θα άγγιζε τις ζωές τους. Έτσι είναι πάντα δεν μπορούμε να πιστέψουμε στην αλήθεια και πιστεύουμε σε κάθε τσαρλατάνο.
Είχα και στον αγαπημένο Πειραιά ένα Παζάρι, πήγαινα τακτικά, βιβλία, μια κουβέντα, ένα κοίταγμα, με γνωρίζανε, κάθε που με βλέπανε με το σπαστό ποδηλατάκι έβλεπα το χαμόγελο που μάλλον έδειχνε πως καλωσόριζαν τον βλαμμένο.
Άνθρωποι που δεν υπάρχουν, ζούν σε παράλληλο σύμπαν, αγνοημένοι από την επίσημη κυβερνητικοί μηχανή που τώρα πια ξεκουρδίστηκε.
Πουλούσαν αντικείμενα μαζεμένα από σκουπίδια, βιβλία νεκρών, τσοντοπεριοδικά που κανείς πια δεν διαβάζει πια, αφού και η μαλακία θέλει άλλες προσλαμβάνουσες και όχι την φαντασία.
Με λίγα ευρώ έφευγα με διάφορα άχρηστα μικροπράγματα, μα το περιττό δεν είναι όλη η ζωή μας.
Τώρα πια δημοτικοί αστυνόμοι, ένστολοι, περιφρουρούν τους γυμνούς από κόσμο δρόμους. Απαγορεύοντας κάθε παρά-νομη συναλλαγή.
Μοναχά ο θόρυβος των αυτοκινήτων σκεπάζει τη βιασμένη σιωπή.
Λιγοστοί περαστικοί ποντικοί, λίγο λαδωμένοι, βιάζονται να κρυφτούν στα διπλανά ερείπια και εγώ, μετέωρος, αναζητώ τα περιττά κομμάτια που μου πήρε ο νόμος και η τάξις. 

..............................................................................................................................................................


Ο Στέλιος ήταν μάλαμα. Ένας σκουπιδιάρης με ψυχή μικρού παιδιού.
Γυρνούσε, έφερνε βόλτα τα στενά και αναστέναζαν τα σιχαμερά σκουπίδια, που ζωντανά κι αυτά έχουν μάθει το χούι μας.
Να πετάμε τη κάθε λογής βρωμιά μας αδιάντροπα, έτσι, για να μπορούμε μετά να πούμε, μέσα μας, πως είναι δικό μας όλο το μαγαζί. Όλο το περιβάλλον κτήμα μας. Σαν τα σκυλιά, που κατουράνε σε κάθε κολώνα, για οριοθετήσουν το δικό τους χώρο. Μα θα το κάναμε κι εμείς, αν δεν ντρεπόμασταν για τα γεννητικά μας όργανα.
Πάμε πάλι, ο Στελάρας ήταν ένα παιδί που έδινε και τα λιγοστά ρούχα του σε όποιον έβλεπε πως είχε ανάγκη. Αγράμματος μα γεμάτος ευγένεια, έμφυτη παιδεία γιατί αγαπούσε τους ανθρώπους. Ότι άγγιζε, με τα ροζιασμένα και θεοβρώμικα χέρια του, ήταν σαν να του ζητούσε να χορέψουν. Ένα χορό από εκείνους του ΄50. Αυτούς που ο ερωτισμός είναι υποψία στα μάτια, ούτε καν στο μετωπιαίο λοβό.
Βαρειά αλκοολικός με γνώρισε με την μοναδική του φίλη, σύντροφο.
Έπινε, μα δεν ενοχλούσε κανέναν. Ήταν σαν ερωτευμένος κάθε που περνούσε το σκαλοπάτι, που ταξίδευε με τις λογιών μίξης υγρών που έκανε.
Ξεκινούσε από το μαύρο χάραμα, το δικό μου ξημέρωμα, γιατί για κείνον δεν ήταν παρά μια παραζάλη η ζωή. Μοναχά η φίλη του στεκόταν από δίπλα και τον συντρόφευε σε κάθε κίνηση του.
Η μοναξιά. Για κείνη τα έκανε όλα, από μια απροσδιόριστη ηλικία βρέθηκε στη ζωή σαν σε παράλληλη ταινία που πρωταγωνιστής ήταν αυτός μα δεν υπήρχε ούτε ένας δεύτερος ρόλος.
Η μοναξιά που δεν παλεύεται, ούτε και χαρακτηρίζεται, αποφεύγεις να τη κουβεντιάσεις. Ντρέπεσαι και λες είμαι κοινωνικός, αλλά στη πραγματικότητα ανοίγεις και κλείνεις ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, πατζούρια και κάθε ήχος προκαλεί, διεγείρει μνήμες, μόνο και μόνο για να μην της μιλήσεις.
Ο Στελάκης χαιδευόταν μαζί της, ερωτοτροπούσε. Άγγιζε τη ράχη της και εκείνη ανατρίχιαζε,  του έπιανε με τη σειρά της και του τραγουδούσε σαν σειρήνα, του λέγε λόγια για την ανυπαρξία μας, για τη μικρότητα μας.
Έφυγε, ο Στέλιος, τον βρήκαν έπειτα από μέρες να ζέχνει σε ένα κλειδαμπαρωμένο σπίτι. Ήταν και εκείνη μαζί του, έκλαιγε στα σκοτεινά, μαύρο δάκρυ. Ούτε που την πήραν είδηση.
Τώρα ψάχνει στέγη, φιλοξενία, να χεις το νού σου,  είναι καλή παρέα και πάνω από όλα εχέμυθη. Μεγάλη υπόθεση στις μέρες μας...


 Μανώλης Δημελλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: