
Wednesday 1,2 & 3 July 2009 present the ''freakshow''
56430 Thessaloníki
Greece
Show on Map
Tel: +302310650999
Web: www.monilazariston.gr/
http://www.tigerlillies.com

Wednesday 1,2 & 3 July 2009 present the ''freakshow''
Tel: +302310650999
Web: www.monilazariston.gr/
http://www.tigerlillies.com
Με αφορμή τη φιέστα των εγκαινίων του νέου μουσείου της Ακρόπολης η οποία καλύπτει την πλήρη αμάθεια της κοινωνίας των κορδελο-ασχημονούντων και την ουσιαστική πρόταση που κομίζει ο ίδιος ο Παρθενώνας θυμήθηκα τα εξαίρετο κείμενο του Χρήστου Γιανναρά.
H αυθόρμητη απάντηση της συντριπτικής νομίζω πλειονότητας των σημερινών Eλλήνων θα ήταν: τα γλυπτά αυτά μάς ανήκουν. Eίναι έργα των προγόνων μας, έκφανση της Iστορίας μας, οι Bρετανοί τα έκλεψαν από τη δική μας πατρίδα.Yποθέτω και τις αντιρρήσεις των Bρετανών, κυρίως τις ενδόμυχες (πριν από την ευγενική διαμόρφωση της διατύπωσης): Oι πολιτισμοί δεν έχουν φυσικούς κληρονόμους, κληρονόμοι αναδείχνονται όσοι αξιοποιούν δημιουργικά το κληροδότημα. Tα γλυπτά του Παρθενώνα ανήκουν στους λαούς που έχουν την καλλιέργεια να κατανοήσουν τη διαχρονική αξία και σημασία τους για τη σύνολη ανθρωπότητα – ανήκουν στους λαούς που αναδείχθηκαν εκ των πραγμάτων κληρονόμοι του αρχαιοκλασικού πολιτισμού.Tέτοιοι είναι, εδώ και αιώνες, μόνο οι λαοί της ευρωπαϊκής Δύσης, πιστεύουν οι Bρετανοί. Aυτοί καλλιέργησαν τα κλασικά γράμματα, σπούδασαν την αρχαιοελληνική τέχνη, εξέδωσαν και ερμήνευσαν τα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, μετέφεραν με τον νεοκλασικισμό στα πέρατα της γης τον ρυθμό και την αισθητική της Aρχαίας Eλλάδας.Φαντάζομαι τους Bρετανούς να αντιτάσσουν τον ίδιο τον δικό μας Kοραή, που δεχόταν, όπως όλοι οι Δυτικοευρωπαίοι, ότι οι νεώτεροι Γραικοί δεν έχουμε σχέση με τους αρχαίους Eλληνες. Γι’ αυτό έφτιαξε και τη θεωρία της «μετακένωσης»: Oτι μόνο με τον εκδυτικισμό μας οι Γραικοί θα μπορέσουμε να ξαναγίνουμε Eλληνες, αφού η ελληνικότητα διασώθηκε ιστορικά μόνο στη μετακαρολίνια Eσπερία και όχι στην ποικιλότροπα αλλοτριωμένη γεωγραφική Eλλάδα.Tι καταλαβαίνετε σεις από ελληνικότητα, θα ήθελαν να μας πουν οι Bρετανοί, και επομένως με ποιους τίτλους διεκδικείτε τα γλυπτά του Παρθενώνα; Bάλτε τον μέσο διανοούμενο Γραικό της σήμερον ή τις πολιτικές σας ηγεσίες να απαντήσουν στο ερώτημα: γιατί ο Παρθενώνας είναι σημαντικότερο έργο τέχνης από τον πύργο του Aϊφελ – μετρήστε αν έχετε το κουράγιο, το μέγεθος της κατά κεφαλήν πολιτιστικής και μορφωτικής σας υπανάπτυξης.Aφού την αττική γη, που σας χαρίστηκε να κατοικείτε, την ατιμάσατε βάναυσα εκβαρβαρώνοντας την ιερή ομορφιά της – τα γλυπτά του Παρθενώνα σας μάραναν; H αλήθεια του Παρθενώνα μένει ανερμήνευτη δίχως την αλήθεια του αττικού τοπίου και αυτήν τη δεύτερη αλήθεια την κάνατε τσιμεντένια λέπρα γυφτιάς, βρωμιάς και έσχατης ασχήμιας. Στον πιο εγκληματικό βανδαλισμό της Iστορίας, στην τριτοκοσμική γραικική σας πρωτεύουσα, δώσατε το όνομα της πόλης των Aθηνών, πώς να σας εμπιστευθούμε λείμματα τέχνης ανυπέρβλητης;Tόσο σεβασμό έχετε για την Aρχαία Eλλάδα, φαντάζομαι να συνεχίζουν απαντώντας στο αίτημά μας οι Bρετανοί, ώστε αρνηθήκατε και τον μοναδικό λώρο ζωής που θα μπορούσε να σας δένει μαζί της: τη γλώσσα. Kαταργήσατε, παρά τις ψευδαισθητικές επιφάσεις, τη διδασκαλία των αρχαίων στα σχολειά σας, αποκόψατε τη γλώσσα σας από τις τροφοδότρες ρίζες της, γι’ αυτό και τα σημερινά σας γραικικά είναι κωμικά ανάπηρα, συμπλεγματικά. H νεολαία σας σήμερα, οι ηλικίες κάτω των τριάντα ετών, δεν καταλαβαίνουν πια όχι την «κοινή» ελληνική, αλλά ούτε και πρόσφατους συγγραφείς σας, όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Pοΐδης. Πόσο ποσοστό του πληθυσμού σας έχει διαβάσει έστω και τρεις αράδες του Aριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη; Aπό πού λοιπόν αντλείτε το θράσος να ονομάζετε προγόνους σας τους αρχαίους Eλληνες και να διεκδικείτε κατ’ αποκλειστικότητα τα όσα αυτοί κληροδότησαν στην ανθρωπότητα; H αντιδικία με τους Bρετανούς για τα γλυπτά του Παρθενώνα θα μπορούσε να είναι γόνιμη αφορμή αυτοκριτικής μας των Nεοελλήνων. Eκατόν εβδομήντα χρόνια τώρα η γραικική μας παιδεία και διανόηση (όπως και το μεταπρατικό μας κράτος και η εξωτερική μας πολιτική) θεμελιώθηκαν τυφλά στο ιδεολογικό μύθευμα ότι πρέπει όλοι να μας σέβονται σαν απευθείας συνεχιστές της Aρχαίας Eλλάδας. Mε αυθαίρετη αερογέφυρα πηδούσαμε πάνω από τους αιώνες της Tουρκοκρατίας, το λεγόμενου (πλαστογραφημένα) «Bυζάντιου» και της ελληνιστικής περιόδου, για να διεκδικήσουμε τίτλους άμεσης καταγωγής από τον Περικλή, τον Φειδία, τον Aισχύλο. H ίδια αυτή νοοτροπία, συνειδητή ή ανεπίγνωστη, εκφράζεται και στη «σταυροφορία» μας σήμερα για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα. Σίγουρα πρόκειται για ασύστολη κλοπή, αλλά οι εθνικιστικοί συναισθηματισμοί και οι ρητορικές παρλαπίπες δεν αρκούν ως τίτλοι ιδιοκτησίας των κλοπιμαίων. Για να είμαστε στοιχειωδώς σοβαροί στη διεκδίκησή μας, πρέπει να έχουμε ξεκαθαρίσει (τουλάχιστον σε επίπεδο σχολικής κατάρτισης) κάποιους θεμελιώδεις άξονες ιστορικής αυτοσυνειδησίας: τη σχέση του Nέου Eλληνισμού με την Aρχαία Eλλάδα στη βάση του ιστορικού ρεαλισμού (δηλαδή της πολιτιστικής συνέχειας). Που σημαίνει: να ξεκαθαρίσουμε επιτέλους κάποτε πόσο ελληνικό ήταν το «βυζαντινό» μας παρελθόν, ποια συνέχεια ψηλαφούμε από το αρχαιοελληνικό άγαλμα στη βυζαντινή Eικόνα, από την τραγωδία στην ορθόδοξη λειτουργία, από την αθηναϊκή δημοκρατία στην κοινωνικοκεντρική («σοσιαλιστική» λέει ο Runciman) βυζαντινή και μεταβυζαντινή κοινότητα. Aποκλείοντας με συνέπεια κάθε ρητορεία, κάθε ιδεολόγημα, κάθε απριορισμό, να ξεκαθαρίσουμε αντίστοιχα πόση ελληνικότητα διέσωσε η συμπλεγματική πρεμούρα της μεταρωμαϊκής (φραγκικής και τεκτονικής) Eυρώπης να σφετεριστεί την αρχαιοελληνική κληρονομιά και να τη μονοπωλήσει. Tι κατάλαβε από το αρχαιοελληνικό άγαλμα ο νατουραλισμός της Aναγέννησης, τι κατάλαβε από τον Aριστοτέλη ο Θωμάς Aκινάτης, τι κατάλαβαν από τη δημοκρατία οι διαφωτιστές θεωρητικοί της res publica. Δικαίωμα να απαιτήσουμε την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα έχουμε οι Nεοέλληνες, μόνο αν κομίζουμε πρόταση προσέγγισης και ερμηνείας της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. Πρόταση που να φανερώνει ότι η φραγκική και τεκτονική (εργώδης και σεβαστή οπωσδήποτε) πρόσληψη αναποδογύρισε τους όρους λειτουργίας του κληροδοτήματος. Eκτεθειμένα στο Bρετανικό Mουσείο τα γλυπτά του Παρθενώνα καταθέτουν από βήμα διεθνές τη μαρτυρία τους: Φανερώνουν τον δικό τους πολιτισμό θεμελιωμένον στην πάλη για την υπαρκτική αλήθεια, όχι για τη χρησιμοθηρία. Mαρτυρούν την αυθάδεια ενός άλλου πολιτισμού, κλοπής, που επιμένει να επαίρεται για τον σφετερισμό κληρονομιάς με αναποδογυρισμένους τους όρους λειτουργίας της. Yπογραμμίζουν την παρακμή των κάποτε ομόγλωσσων επιγόνων που μάχονται για τον επαναπατρισμό των γλυπτών, τώρα πια, στη μη πατρίδα τους: στην ξενιτεία του εκβαρβαρισμού και της αμάθειας.
Το κείμενο είναι του Χρ.Γιανναρά.
Γιατί ''η γυαλιστερή ποπλίνα κρύβει πάντοτε κάποιο έκζεμα'' που μας καταθέτει τόσο σοφά ο Αλμπέρ Καμύ θα συμπλήρωνα εγώ.

...Ποια είναι η ηλικία της ανθρώπινης ψυχής; Δεδομένου ότι αύτη διαθέτει την δυνατότητα του χαμαιλέοντος να μεταβάλη χρωματισμόν εις πάσαν νέαν προσέγγισιν, να καθίσταται εύθυμος με τους χαρούμενους και θλιμμένη με τους σκυθρωπούς, ούτω και η ηλικία αυτής ποικίλλει αναλόγως προς την διάθεσίν της. Ο Λεοπόλδος όστις κάθηται εκεί βυθισμένος εις τους συλλογισμούς του, αναμασών τας αναμνήσεις του, δεν είναι πλέον εκείνος ο σοβαρός διαφημιστής και ο ιδιοκτήτης σημαντικού αριθμού χρεωγράφων. Ως εις μίαν αναδρομικήν διευθέτησιν, είναι ο νεαρός Λεοπόλδος, καθρέπτης ατενίζων εαυτόν εντός καθρέπτου (εν ριπή οφθαλμού!). Βλέπει αυτήν την νεανικήν μορφήν του παρελθόντος, προώρως αρρενωπήν, εξερχομένην παγεράν τινα πρωίαν εκ της παλαιάς αυτού οικίας της οδού Κλαμπράσιλ με προορισμόν το γυμνάσιον, με την σάκκαν αυτού κρεμασμένη ως φυσεκλίκι από του ώμου, εντός αυτής δε μέγα τεμάχιον άρτου, φροντίς της μητρός του. A, ακόμη είναι η ιδία μορφή, εν ή δύο έτη βραδύτερον, φέρουσα τον πρώτον σκληρόν πύλον (αχ, οποία υπέροχος ημέρα!), πραγματοποιών ήδη την περιοδείαν του εν είδει ταξιδεύοντος παραγγελιοδόχου, δια λογαρισμόν του εμπορικού οίκου του πατρός του, εφοδιαμένος δια βιβλίου παραγγελιών, δι’ αρωματισμένου ρινομάκτρου (όχι μόνο προς επίδειξιν), δια κασετίνας πλήρους αστρφτερών μπιχλιμπιδιών (αλλοίμονον, περασμένα μεγαλεία!) και φαρέτρας πλήρους φιλοφρονητικών χαμογέλων, δι’ αυτήν ή την άλλην πελάτισσα, ήτις μετά τινος δυσπιστίας υπολογίζει τας τιμάς, μετρώσα με το δάκτυλό της, ή προς νεόβγαλτον κόρην ήτις δέχεται δειλά (όμως η καρδία της τί λέγει;) τα προμελετημένα χειροφιλήματά του. Το άρωμα, το χαμόγελον, αλλά πλέον τούτων οι μέλανες οφθαλμοί, οι γλοιώδεις τρόποι του συνήργουν, ώστε αύτος να επιστρέφη οίκαδε την εσπέραν μεθ’ ικανού αριθμού παραγγελιών δια τον αρχηγόν του εμπορικού οίκου, όσιτις εκάπνιζεν την πίπα του Ιακώβ εις την παραδοσιακήν γωνίαν της εστίας (και πινάκιον πλήρες χυλοπιτών, δύνασθε να είσθε βέβαιοι περί αυτού, θερμαινόμενον εις την πυράν) και ανεγίγνωσκεν με τα εκ ταρταρούγας ομματοϋάλλια του φύλλον τι αφιχθέν εξ Ευρώπης και εκτυπωθέν προ μηνός. Όμως, εν ριπή οφθαλμού, ο καθρέπτης θαμβούται και ο νεαρός περιπλανώμενος ιππότης απομακρύνεται, καθιστάμενος μόλις διακρινόμενον στίγμα εντός της ομίχλης. Και ιδού αυτός με την σειράν του πατήρ και αυτοί οίτινες ευρίσκοντο σήμερον πλησίον του, υιοί του. Ποιός το γνωρίζει; Ο φρόνιμος πατήρ γνωρίζει το αληθινόν υιόν του. Ενθυμείται βροχεράν τινα νύκτα εις την οδόν Χάτς, πλησίον των αποθηκών, την πρώτην. Ομού (εκέινη πτωχή ορφανή, κόρη της εντροπής, με εσένα, με εμένα, με τον καθένα, με εκείνον όστις προσφέρει ένα σελλίνι και μια πέννα φιλοδώρημα), ομού ακροώνται τα βαρέα βήματα του σκοπού αστυφύλακος, ενώ δύο σκιαί, φέρουσαι αδιάβροχα δίκην καλύπτρας επί της κεφαλής διαβαίνουν έμπροσθεν του Νέου Βασιλικού Πανεπιστημίου Μπράντυ! Μπράνυ Κέλλυ! Ουδέποτε θέλει λησμονήσει αυτό το όνομα, θα ενθυμείται πάντοτε εκείνην την πρώτην νύκτα, την γαμήλιον νύκτα. Περιελίχθησαν εντός της αβύσσου του σκότους, ο θύτης και το θύμα του, και εις μίαν στιγμήν (γεννηθήτω) το φώς θα πλημμυρίση τον κόσμον. Αι καρδίαι εκτύπον εις τον ίδιον ρυθμόν; Oχι, καλέ μου αναγνώστα. Αστραπιαίως το παν είχε συντελεσθή, όμως - στάσου! Οπίσω! Αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνη! Τρομοκρατημένη η κόρη αναχωρεί εντός του σκότους. Είναι η σύζυγος του σκότους, η κόρη της νυκτός. Δεν τολμά να γεννήση το ηλιόχρυσον βρέφος της ημέρας. Oχι, Λεοπόλδε! Ουδέ το όνομα, ουδέ η ανάμνησι σού προσφέρουν παραμυθίαν. Σε έχει εγκαταλείψει εκείνη η ψευδαίσθησις της νεανικής δυνάμεως και απέμεινες άνευ καρπού. Ουδένα υιόν διαθέτεις πλησίον σου, γεννηθέντα από εσέ. Κάποιον όστις θα είναι δια τον Λεοπόλδον ό,τι ήτο ο Λεοπόλδος δια τον Ρούντολφ...
Τζέημς Τζόυς. Οδυσσέας, απόσπασμα από το κεφάλαιο 14, Βόδια του Ηλιου. Μετάφραση: Σωκράτης Καψάσκης
Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Πρίμο Λέβι ''Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος'' σε μετάφραση Χαράς Σαρλικιώτη από τις εκδ. Άγρα, 1997

''Ας έμενα χωρίς γυναίκα'', συχνοκράζει
ο Πλούτωνας κι όλο βογγά κι αναστενάζει.
Στα βάσανα του παντρεμένου τα σκυλίσια
το βλέπω πιά, πως αγυναίκωτος ο Αδης
δεν ήταν Άδης, μον΄πανέμορφα Ηλύσια!
Άς ήμουνα σαν το παντέρημο τρυγόνι!
Αφότου ζεύτηκα τη στρίγγλα Περσεφόνη,
άχ, τίποτα άλλο δε ζητώ παρά τον τάφο!
Μπρος στις φωνές της το γαβγίδι του Κερβέρου
στα πέδιλά μου τα παλιά, καλέ, το γράφω!
Του κάκου ο δόλιος προσπαθάω νύχτα-μέρα
ειρήνη να ΄βρω! Δε βαριέσαι, που εδώ πέρα
δεν έχω κάν και των κατάδικων τη χάρη!
Ζηλεύω αλήθεια του Σισύφου πιά το βράχο,
ζηλεύω και των Δαναίδων το πιθάρι!
O KATΩ ΚΟΣΜΟΣ ,του Ερρίκου Χάινε σε μτφ Δημήτρη Λάμψα από εκδ. ΣΟΚΟΛΗ
The second disc is a nice coupling of five sessions from the previous year, 1958, with the same group. These sessions have appeared through the years on a number of different recordings and were previously collected together on the 6 CD Miles Davis & John Coltrane: The Complete Columbia Recordings 1955-1961 in 2000. This Legacy Edition of Kind of Blue allows a cost-friendly format whereby these sessions could be coupled with the original 1959 Kind of Bluesessions.
The classic (an understatement if ever there was one) Miles Davis recording Kind of Blue has turned fifty, and the event is being celebrated by Columbia Legacy recordings with the release of Kind of Blue: Legacy Edition, a 2-CD affair that features the original album as well as a series of studio sequences, false starts, and alternative takes from the 1958-59 sessions, and a live version of “So What” recorded in Holland in 1960. While the package, the latest in the Legacy Edition series, is beautifully packaged, with an essay by Francis Davis and an additional .pdf file featuring an ‘enhanced digital booklet’ of notes and information embedded on Disc 1, there is not a lot here musically to add to the original recording. If there was ever an album where the music stands completely on its own, this one is it. On the other hand, if you are replacing an old CD or vinyl version of the album, this is a nice edition to own, with the second disc a nicely compacted version of the only other recordings released by the same group that recorded Kind of Blue.
Fortunately, on disc one, the entire original album is presented first in its complete format, followed by an alternate take of ‘Flamentco Sketches’ and the brief studio sequences from several other tracks. The studio sessions are interesting, shedding some light on the recording process and the musical thought processes of the musicians in interpreting these tunes, but they can seem a little like looking behind the curtain of something mystic that should not be seen. They do not in any way alter the amazing perfection of the original album. I think that one of the reason you hear people talking about the ‘perfection’ of Kind of Blue is that it is perfect in every moment in the Zen sense. That’s not to say the performances are perfect, nor the arrangements, nor any other element of the recording. But the overall moment, the time period between the beginning of “So What” and the last notes of “Flamenco Sketches” is perfect because every moment is perfect in itself and it creates a musical world that is always true to itself and which is endlessly fascinating. The musicians are all very much themselves, yet they all contribute toward the totality of this recording in very much equal ways.
Kind of Blue is a jazz album that has transcended the genre of jazz and become one of a handful of recordings whose very existence changes everything. That Miles Davis achieved this more than once in his career serves as evidence to even the most casual observer of jazz that he was one of its mystics, its visionaries. As pointed out by Ashley Kahn in the excellent book Kind of Blue: The Making of the Miles Davis Masterpiece,"Copies of the album are passed to friends and given to lovers. The album has sold millions of copies around the world, making it the best-selling recording in Miles Davis's catalog and the best-selling classic jazz album ever, as well as #12 in Rolling Stone’s 500 Greatest LPs of All Time. Significantly, a large number of those copies were purchased in the past five years, and undoubtedly not just by old-timers replacing worn vinyl:Kind of Blue is even casting its spell on a younger audience more accustomed to the loud-and-fast esthetic of rock and rap." The album is perenially hip, listened to by Clint Eastwood’s cool, brooding Secret Service agent in Line of Fire. It also casts a kind of Zen calmness, perhaps due in part to mythology and the enigmatic liner notes written by pianist Bill Evans.
The album doesn't so much announce itself as kind of waft in on a cloud of Evans' piano and Paul Chambers' bass until Chambers locks onto the melody of So What, punctuated first by piano, then by the entire ensemble.
The piece is simply a modal setting offering 16 bars on one scale, 8 on a second, and returning to the first scale for the final 8. Davis solos first, sounding relaxed and setting a tone for the album with a solo that paints broad brushstrokes that nonetheless form a finished painting. Coltrane follows up with a solo that demonstrates he's not far from the breatkthrough of Giant Steps--he sounds completely at home running modal scales and heating up the solo with rhythmic variations. Adderley, fresh from his triumph (with Davis) on his Somethin' Else recording, manages to sound bluesy and funky even within the more abstract framework afforded by the changes here. Evans finishes off with a nice block-chord solo punctuated by horns.
'Freddie Freeloader' is a fairly straight-forward blues and allows the soloists to stretch out in a familiar form, each showing their individuality and mastery of their instrument. Evans is particularly good here, as is Coltrane. 'Blue In Green' brings us into ballad territory, with the familiar muted Davis trumpet sound presenting the gorgeous theme. Paul Chambers' bass accompianment is especially beautiful and shows why the bass is so integral to this type of mood piece. 'All Blues' is described by Evans as "a series of five scales, each to be played as long as the soloist wishes until he has completed the series."
If my descriptions of the solos and structure of the pieces sounds perfunctory and gives little of the flavor of the album, well that's because really, the proof is in the hearing. Listening to this album will immerse you at once in a world that is dark, brooding, sophisticated, very cool, sexy, and languorous. Bottom line is: if you don't have this record in your collection, you don't have a collection. It's the Sgt Pepper of jazz, really, good for relaxing, drinking, meditating, making love, and just plain listening. So get it--and dig it. Oh, and buy someone you love a copy.
The second disc is a nice coupling of five sessions from the previous year, 1958, with the same group. These sessions have appeared through the years on a number of different recordings and were previously collected together on the 6 CD Miles Davis & John Coltrane: The Complete Columbia Recordings 1955-1961 in 2000. This Legacy Edition of Kind of Blue allows a cost-friendly format whereby these sessions could be coupled with the original 1959 Kind of Blue sessions. This allows the listener to see that the Kind of Blue sessions were not mystical or something that was thought to be incredibly special at the time of the recordings. These musicians probably left the studio feeling that they had had a good session, but not that they had just recorded a jazz masterpiece. These 1958 sessions display all of the fantastic playing and a lot of the mood of the more famous 1959 sessions, but they do not have the single unified mood that makes Kind of Blue unique. Still, put together these tracks tend to create a kind of Kind of Blue minor, if you will.
The live version of “So What” is typical of Miles’ tendency to adapt tunes for live performances. It is taken at a quicker tempo than the Kind of Blueversion, with no intro. Pianist Wynton Kelly provides bouncier piano work than Bill Evans’ more impressionistic background on the album version.
from http://www.jazzitude.com/miles_kindof.htm
«Σαν τους ζιγκολό οι νεκροθάφτες με υποκριτικό σεβασμό, τέλειο ή διαφανή, τραβούν το φέρετρο. Οι εργολάβοι σβήνουν απότομα τα κεριά για οικονομία, και ύστερα άλλοι με σκληρές κινήσεις πετούν το χώμα που ακούγεται πάνω στο ξύλο. Οι ζιγκολό σαν νεκροθάφτες στο τέλος δείχνουν τη σκληρότητα του κόκαλου, οι νέοι τρώνε τους γέρους σαν έντομα της ερήμου κατά το νόμο. Στριμωγμένοι μέσα σε αγριότητες οι στερημένοι δημιουργούν την αισθηματική τους περιουσία, τα κιβώτια με τα κοσμήματα της τέλειας αγάπης χωρίς εμπόδια, χωρίς τέλος. H αριστοκρατία της μεγάλης φτώχειας χωρίς ελπίδα δημιουργεί τις μεγάλες περιουσίες αισθημάτων. H αρρώστια λάμπει σαν χρυσάφι, οι απαιτήσεις είναι αυστηρές, σαν των πριγκίπων, η ζωή μαζεμένη σαν αυγό που γεννά λαμπρό θάνατο. Ποίηση.»
(copyright Iδρυμα Γιάννη Τσαρούχη).
Το κείμενο είναι του Γιώργου Χρονά
