Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ώ εραστές, τα μάτια σας δεκατέσσερα !

"Η Μαρκέτα έχασε το κέφι της κι όπως συμβαίνει συχνά η μια δυσάρεστη κατάσταση να φέρνει την άλλη, χτύπησε εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο. Ο Κάρελ σήκωσε το ακουστικό. Η φωνή ήταν αβέβαιη, οι απαντήσεις του ύποπτα λακωνικές και υπαινικτικές. Της Μαρκέτας της φάνηκε πως διαλέγει τις λέξεις προσεκτικά για να κρύψει την έννοια των φράσεών του. Ήταν σίγουρη οτι κλείνει ραντεβού με κάποια γυναίκα.
"Ποιός ήταν;" τον ρώτησε. Ο Κάρελ είπε πως μια συνάδερφος απ' τη γειτονική πόλη έρχεται την άλλη βδομάδα και χρειάζεται τη βοήθειά του. Απ' τη στιγμή εκείνη η Μαρκέτα δεν ξεστόμισε λέξη.
Ήταν, λοιπόν, τόσο ζηλιάρα;

















Πριν από πολλά χρόνια, στην πρώτη περίοδο της αγάπης τους αναμφίβολα ναι. Μόνο που τα χρόνια κύλησαν, κι αυτό που ζει σήμερα σα ζήλεια δεν είναι παρά μια συνήθεια.
Ας το πούμε διαφορετικά: Κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμβάσεις που οι εραστές τις κλείνουν απρόσεκτα τις πρώτες βδομάδες της αγάπης τους. Βρίσκονται ακόμη σε ονειρική κατάσταση αλλά συνάμα, χωρίς να το ξέρουν, συντάσσουν σαν αδιάλλακτοι δικηγόροι τις λεπτομέρειες του συμβολαίου. Ώ εραστές, τα μάτια σας δεκατέσσερα σ΄αυτές τις επικίνδυνες πρώτες μέρες! Άν σερβίρετε στο σύντροφό σας το πρόγευμά του στο κρεβάτι, θα πρέπει να το συνεχίσετε αυτό για πάντα, αν δεν θέλετε να κατηγορηθείτε για έλλειψη αγάπης και για προδοσία.
Απ' τις πρώτες  βδομάδες κιόλας φάνηκε πως ο Κάρελ θάναι άπιστος και η Μαρκέτα θα συμφιλιωθεί με το γεγονός αυτό, διατηρώντας μόνο το προνόμιο να είναι η πρώτη και καλύτερη κι ο Κάρελ απέναντί της να αισθάνεται ένοχος.Κανείς δεν ήξερε καλύτερα από τη Μαρκέτα πόσο θλιβερό είναι το νάσαι ακριβώς η πρώτη και καλύτερη. Ήταν αυτή η πρώτη, η καλύτερη, γιατί δεν της είχε μείνει πια τίποτε καλύτερο."

Από το "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ"του Μ.K σε μετάφραση Αντρέα Τσάκαλη.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Theodore "Fats" Navarro (1923 – 1950)





















"Ο άντρας που  τον έλεγαν Φατς Ναβάρο, γεννήθηκε στο Κή Γουέστ της Φλόριντα το 1923.Ήταν ένας από  τους καλύτερους παίχτες τρομπέτας στον κόσμο. Το αγόρι μου τον συνάντησε για πρώτη φορά το 1947, μια κρύα νύχτα του  χειμώνα στον Κεντρικό Σταθμό της Νέας Υόρκης. Η μπάντα του Λάιονελ Χάμπτον μόλις είχε κατέβει από το τραίνο, όταν ο Μπένυ Μπαίηλυ τους αποχαιρέτησε χαρούμενα και έφυγε: αποφάσισε να πάει στο Παρίσι. Οι μουσικοί στεκόταν κάτω από το μεγάλο ρολόι και περίμεναν τον αντικαταστάτη του. Τους πλησίασε ένας ψηλός, παχύς άντρας με μια θήκη τρομπέτας στο χέρι και ρώτησε με μια ψιλή τσιριχτή φωνούλα " Εσείς είστε η ορχήστρα του Χάμπτον;" Ο Μπριτ Γουίτμαν τους σύστησε τον Φατς Ναβάρο.
Ο Τσαρλς αισθανόταν αμηχανία. Οι μάγκες φώναζαν και γελούσαν δυνατά κι έβριζαν, τους άκουγε όλος ο κόσμος, γυναίκες και παιδιά. Πήραν λεωφορείο μέχρι την πλατεία των Τάιμς κι  από κει το μετρό για το Σταθμό της Πενσυλβάνια, απ΄όπου θα ξεκινούσαν για την Ουάσιγκτον.
.......
Την επόμενη μέρα έκαναν πρόβα στο Θέατρο Παλάς της Ουάσιγκτον. Στις τρομπέτες ήταν ο Γουέντελ Κάλυ, ο Ντιούκ Γκάρετ, ο Γουώλτερ Γουίλιαμς και ο μουσικός που έπαιζε τις πολύ ψηλές νότες, ο επιλεγόμενος "Σφυρίχτρας". Ο Ναβάρο καθόταν ήσυχα-ήσυχα σε μια γωνιά και περίμενε τη σειρά του για να παίξει το σόλο του. Όταν ο Χαμπ του έδωσε το σύνθημα ο Φατς σηκώθηκε κι έπαιξε, έπαιξε! έπαιξε! έπαιξε! έπαιξε! Ένας άλλος μουσικός που κόντευε να σκάσει από τη ζήλια του για τούτο το καινούργιο αστέρι, ψιθύρισε: "Σκατά, αυτός ο μαλάκας δεν μπορεί ούτε τις νότες να διαβάσει!" Ο Φατς γέλασε, του άρπαξε την παρτιτούρα από το χέρι και είπε, "Και τι σκατά έχει να διαβάσεις εδώ;" Και για όλο το υπόλοιπο απόγεμα έπαιζε διαβάζοντας άψογα τις νότες."

Από το βιβλίο "Χειρότερα κι από σκυλιά" του Τσαρλς Μίγκους από τις εκδόσεις Εξάντας, 1981. (τίτλος πρωτοτύπου: Charles Mingus : Beneath the underdog).

Εδώ τoν απολαμβάνουμε στην κυριολεξία στο "The Things We Did Last Summer",μια ηχογράφηση που έγινε τον Φλεβάρη του 1949 στη Νέα Υόρκη με τον ίδιο το Fats Navarro στην τρομπέτα, τον Hank Jones στο πιάνο, τον Ray Brown στο κοντραμπάσσο και τον Shelly Manne στα τύμπανα.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

"Το βρώμικο φως του πρωινού" ή ακόμη μια σημείωση για τη litost.

















"Επειδή κοιμήθηκαν πολύ αργά, ξύπνησαν κατά το μεσημέρι και οι δυό με πονοκέφαλο. Δεν είχαν πια πολύ χρόνο γιατί το τρένο της Χριστίνας έφευγε νωρίς. Ήταν σιωπηλοί. Η Χριστίνα τακτοποίησε το νυχτικό της και το βιβλίο του Γκαίτε στην τσάντα της, φόρεσε πάλι τις ντεμοντέ μαύρες γόβες της και το αταίριαστο κολιέ στο λαιμό.
Λες και το βρώμικο φως του πρωινού έσπασε τη σφραγίδα της σιωπής τους, λες και μετά τη νύχτα της ποίησης ήρθε η μέρα της πρόζας, η κυρία Χριστίνα είπε τώρα τελείως απλά στο φοιτητή: "Ξέρεις, δεν πρέπει να μου κρατάς κακία, πραγματικά θα μπορούσα να πεθάνω. Ο γιατρός μου είπε μετά την πρώτη γέννα πως ποτέ πια δεν πρέπει να μείνω έγκυος".
Ο φοιτητής την κοίταξε απελπισμένα: "Και νομίζεις πως μαζί μου θα έμενες έγκυος; Για ποιόν με πέρασες;"
" Όλοι έτσι λένε. Όλοι έτσι μας καθησυχάζουν. Ξέρω τι έγινε με τις φιλενάδες μου. Τα νεαρά αγόρια σαν κι σένα είναι τρομερά επικίνδυνα. Κι άμα συμβεί κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει πια σωτηρία"
Της έλεγε με απελπισία στη φωνή πως δεν είναι κανένας άπειρος νεαρός και πως δεν θα την άφηνε ποτέ έγκυο. "Νομίζω πως δεν θέλεις να με παραλληλίσεις με τους διάφορους νεαρούς των φιλενάδων σου!"
"Ξέρω", είπε συμφωνώντας μαζί του και ζητώντας του σχεδόν συγγνώμη. Δεν χρειαζόταν ο φοιτητής να την πείσει άλλο, τον πίστευε. Δεν είναι δα κανένας επαρχιώτης και ξέρει για τον έρωτα ίσως περισσότερα απ' όλους τους μηχανικούς αυτοκινήτων του κόσμου. Ήταν μάλλον περιττό που τον απέφευγε τη νύχτα. Αλλά δεν λυπόταν γι αυτό. Η ερωτική βραδιά με κάποιο σύντομο έρωτα (η Χριστίνα δε μπορεί να φανταστεί το σαρκικό έρωτα παρά σα βιαστικό και σύντομο) της φαίνεται βέβαια σαν κάτι όμορφο, αλλά και επικίνδυνο και δόλιο. Αυτό που έζησε με το φοιτητή ήταν ασύγκριτα καλύτερο.
Τη συνόδεψε ως το σταθμό κι αυτή λαχταρούσε πια να κάθεται στο κουπέ μόνη με τις αναμνήσεις της. Με τον πρακτικό εγωκεντρισμό της απλής γυναίκας επαναλάμβανε στον εαυτό της οτι έζησε κάτι που κανείς δεν μπορεί να της το πάρει: έζησε ολόκληρη βραδιά μ' ένα νεαρό που πάντα της φαινόταν φανταστικός, άπιαστος κι απόμακρος και τον κρατούσε όλη τη νύχτα απ' το στητό ερωτικό του μέλος. Ναι, όλη τη νύχτα! Κάτι τέτοιο αλήθεια δεν το έζησε ποτέ της. Ίσως δεν τον ξαναδεί πια, δεν σκέφτηκε όμως ποτέ πως θα μπορούσε να τον βλέπει πάντα. Ήταν ευτυχισμένη με την ιδέα οτι θα κρατούσε από αυτόν κάτι το μόνιμο: τους στίχους του Γκαίτε με την απίστευτη αφιέρωση, που μπορεί οποτεδήποτε να της πιστοποιεί πως η περιπέτειά της δεν ήταν όνειρο.
Αντίθετα, ο φοιτητής ήταν απελπισμένος. Θα έφτανε να πει τη νύχτα μια μόνο λογική φράση! Θα έφτανε να αποκαλέσει τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα και θα μπορούσε να την έχει! Αυτή φοβόταν να μην πιάσει παιδί κι αυτός νόμιζε πως την τρομάζει η απεραντοσύνη της αγάπης της! Αναλογιζόταν την άβυσσο της ανοησίας του κι ήθελε να καγχάσει μ' ένα γέλιο υστερικό και δακρύβρεχτο!
Γυρνούσε απ' το σταθμό στη χωρίς ερωτικές βραδιές έρημό του και η πικρή θλίψη litost τον ακολουθούσε."

Μια από τις συγκλονιστικότερες μυθιστορηματικές στιγμές του έργου του Μίλαν Κούντερα και από το "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ" σε μετάφραση Αντρέα Τσάκαλη, επιμέλεια Εμμανουήλ Μοσχονά και τις εκδόσεις "Οδυσσέας", 1982 στην πρώτη έκδοση.


Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Jan Garbarek & Ustad Fateh Ali Khan






















Από το άλμπουμ με τίτλο Jan Garbarek & Ustad Fateh Ali Khan & Musicians from Pakistan / Ragas and Sagas το κομμάτι με τίτλο Saga. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε για το label της ECM το 1990.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Η Άνοιξη του Μίλαν Κούντερα από τον Guy Scarpetta της Le Monde Diplomatique

Το τελευταίο δοκίμιο του Μίλαν Κούντερα «Μία συνάντηση» προσεγγίζει δευτερευόντως τα πολιτικά ζητήματα - το ίδιο ισχύει και για όλα τ' άλλα του βιβλία. Μπορούμε να πούμε πως το έργο του δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική; Θα προτρέχαμε. Κι αν εξετάσουμε αυτό λίγο από πιο κοντά, θα καταλάβουμε ίσως καλύτερα τ' ατυχήματα που συνέβησαν πρόσφατα στον συγγραφέα του «Αστείου» και της «Αβάσταχτης Ελαφρότητας του Είναι»...(1) 

Τον Ιούνιο του 1967 στην Πράγα, όταν η εξουσία βρίσκεται ακόμη επισήμως στα χέρια μιας παλιάς φρουράς νεοσταλινικών -η οποία δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν πνευματικό και πολιτισμικό αναβρασμό που ανατρέπει όλα τα δόγματα-, γίνεται το συνέδριο της Ενωσης των Συγγραφέων. Η εισηγητική έκθεση εκφωνείται από έναν νέο μυθιστοριογράφο, άγνωστο εκ των πραγμάτων, έξω από τα σύνορα της χώρας του.
Αμέσως ο τόνος του συνεδρίου δόθηκε: ανησυχία για την τύχη των «μικρών Εθνών» της Κεντρικής Ευρώπης, που η ύπαρξή τους είναι πρόσφατη και που απειλούνται διαρκώς να είναι υποταγμένα ή ακόμη και ν' απορροφηθούν από τις ισχυρές, γειτονικές αυτοκρατορίες (ο υπαινιγμός για τη σοβιετική κηδεμονία είναι ολοφάνερος) -ενάντια σε κάθε λογοκρισία, «επειδή η αλήθεια δεν είναι εφικτή παρά μονάχα μέσα από τον διάλογο των ελεύθερων απόψεων»- και που χωρίς αυτήν την αλήθεια, οποιαδήποτε κουλτούρα πληγώνεται στην ίδια της την ύπαρξη.
Αυτή η έκθεση χαιρετίστηκε μ' επευφημίες και όλοι οι άλλοι ομιλητές (κυρίως οι Λούντβικ Βακούλικ, Πάβελ Κόχουτ και Αντονίν Λιχμ) τοποθετήθηκαν στο ίδιο πνεύμα. Αυτό θα 'ναι με λίγα λόγια το πρελούδιο της «Ανοιξης της Πράγας»: η εξουσία θα σκληρύνει τη στάση της απέναντι σ' αυτήν την εξέγερση, αλλά μάταια· η αμφισβήτηση που ξεκίνησε από τον χώρο των διανοουμένων θα εξαπλωθεί σ' όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Τον Ιανουάριο του 1968, ο Αλεξάντρ Ντούμπτσεκ θα διαδεχτεί τον Αντονίν Νοβότνυ στην κορυφή του Κόμματος και του Κράτους, κι ένα συγκλονιστικό κίνημα δημοκρατικοποίησης του καθεστώτος θα ξεκινήσει. Οσον αφορά τον νεαρό συγγραφέα που άναψε τη φλόγα και ο ίδιος ο Νοβότνυ τον χαρακτήρισε σαν τον «βασικό εμπνευστή»(3) των ταραχών που δεν μπόρεσε να τις αναχαιτίσει, ονομαζόταν Μίλαν Κούντερα.
Το φθινόπωρο του 1968, κάποιες εβδομάδες αργότερα από τη στρατιωτική εισβολή των Σοβιετικών που έδωσε βίαια τέλος σ' αυτό το μεγάλο κίνημα της χειραφέτησης, εμφανίστηκε στη Γαλλία το μυθιστόρημα του Κούντερα: «Το Αστείο». Αυτό το βιβλίο ήρθε μ' έναν πρόλογο του Αραγκόν, ο οποίος, διακόπτοντας την εθελοντική του υποταγή που είχε για δεκαετίες, κατήγγελλε τώρα την υποδούλωση της Τσεχοσλοβακίας και χαρακτήριζε την τρέχουσα «ομαλοποίηση» σαν μια καταστροφή, μια «Μπιάφρα του πνεύματος».
Δηλαδή «Το Αστείο», ήδη από τη δημοσίευσή του, υποτάχτηκε σε μια αφαιρετική ανάγνωση, στενά πολιτική. Εκείνη την εποχή δεν έγινε κατανοητό, παρά μόνο σαν μια μαρτυρία αμφισβήτησης του κομμουνιστικού καθεστώτος, πράγμα που οδήγησε σημαντικά στον περιορισμό της καλλιτεχνικής του αξίας, της καθαρά λογοτεχνικής.
Απ' όπου προκύπτει, αναμφίβολα, η επιμονή του Κούντερα στη συνέχεια να πολεμήσει αυτή τη μείωση. Αρνούμενος να εξομοιωθεί μ' έναν απλό «αποστάτη» και αυτό για λόγους που πηγάζουν από την ίδια του την αντίληψη για την τέχνη του μυθιστορήματος. Μια τέχνη, κατά τη γνώμη του, που δεν στοχεύει ν' αποσαφηνίσει τις προκαθορισμένες βεβαιότητες (απόρριψη της κάθε μορφής του «μυθιστορήματος θέσεων»), αλλά αντίθετα στοχεύει ν' αποσταθεροποιήσει τις σκέψεις και τις αποδεκτές μας αντιλήψεις. Μια τέχνη που προσπαθεί ν' αποκαλύψει «αυτό που μονάχα το μυθιστόρημα μπορεί να πει», δηλαδή να εξερευνήσει μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία τις περιοχές του διφορούμενου ή του παράδοξου, οι οποίες διαφεύγουν από τ' άλλα ερμηνευτικά συστήματα και κυρίως τα πολιτικά. Να παραθέσει την αρχή του μυθιστορηματικού «διαλογισμού», σύμφωνα με τον όρο του Μιχαήλ Μπαχτίν, όπου όλες οι αλήθειες είναι σχετικές από την παραλλαγή των φωνών και των απόψεων, σ' αντίθεση με το καθεστώς της μοναδικής αλήθειας, της μονοσήμαντης, που χαρακτηρίζει τις πολιτικές ομιλίες, τις συναινέσεις, τα δόγματα.
Χωρίς να ξεχνάμε κι αυτήν την πλευρά της ειρωνείας και του χιούμορ που είναι παρούσα μέσα στο σύγχρονο μυθιστόρημα από τον Φρανσουά Ραμπελαί μέχρι τον Μπαχτίν, εκεί όπου η πολιτική προϋποθέτει γενικά ένα αέναο πνεύμα σοβαρότητας. Ο Κούντερα σ' αυτό το σημείο επανέρχεται διαρκώς: «Στο έδαφος του μυθιστορήματος δεν κάνουμε δηλώσεις: είναι το έδαφος του παιχνιδιού και των υποθέσεων»· ή ακόμη: «Αποστρέφομαι εκείνους που θέλουν να βρουν σ' ένα έργο τέχνης μια στάση (πολιτική, φιλοσοφική, θρησκευτική), αντί ν' αναζητούν εκεί την πρόθεση για να γνωρίσουν, να καταλάβουν, ν' αντιληφθούν αυτήν ή την άλλη πλευρά της πραγματικότητας».(4)
Μήπως αυτό θέλει να πει, ωστόσο, πως το μυθιστόρημα σύμφωνα με τον Κούντερα δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική; Προφανώς και όχι. Αρκεί να διαβάσουμε τα μυθιστορήματά του, τόσο εκείνα που τοποθετούνται στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία όσο κι αυτά που διαδραματίζονται στη Δυτική Ευρώπη για ν' αντιληφθούμε πως δεν είναι καθόλου αδιάφορα στις ιστορικές καταστάσεις, οι οποίες διαμορφώνουν το πλαίσιο των αφηγήσεων. Αλλά θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτό το πολιτικό περιεχόμενο δεν είναι το αντικείμενο αυτών των αφηγήσεων (και των «συλλογισμών» που γίνονται εκεί), αλλά είναι μάλλον το περιεχόμενο το οποίο επιτρέπει να φωτιστούν ορισμένες υπαρξιακές συμπεριφορές που εγγράφονται σ' αυτό, ορισμένες δυνατότητες της ανθρώπινης εμπειρίας που μέσα σ' αυτό το περιεχόμενο πραγματοποιούνται.
Ετσι η συγκεκριμένη οπτική για τα κομμουνιστικά καθεστώτα δεν εστιάζεται στις πολιτικές ή στις οικονομικές τους πλευρές, αλλά μάλλον στις στάσεις (υποκειμενικές επίσης) που αυτές οι πλευρές γεννούν ή ευνοούν: η αλλοτρίωση του κιτς (καθρέπτης εξιδανίκευσης, ψεύτικος και συναισθηματικός μιας απατηλής πραγματικότητας). Οι λυρικές ψευδαισθήσεις (η θερμή αφομοίωση μέσα στο συλλογικό ενθουσιασμό). Η τυφλή πίστη στη νεωτερικότητα (ή μια επιβεβλημένη «έννοια της Ιστορίας»). Η λατρεία της παιδικής ηλικίας (οι εικόνες αυτών των αρχηγών περιτριγυρισμένων από τους μικρούς σκαπανείς, έμβλημα του κομμουνισμού σαν τη «νεολαία του κόσμου»). Ο μύθος της διαφάνειας (που μπορεί να χρησιμεύσει σαν το άλλοθι για τις χειρότερες καταδόσεις). Η ηθικολογία, η πλαστογράφηση της μνήμης (που συνδέει την τάση του ατόμου να «επιδιορθώνει το παρελθόν του» σύμφωνα με τη σταλινική πρακτική του «ρετουσαρίσματος» των φωτογραφιών, των αναδρομικών εκκαθαρίσεων).
Ο μύθος της διαφάνειας γεννά τη βασιλεία της γενικευμένης αδιακρισίας
Τώρα, το πιο ενδιαφέρον -αν διαβάσουμε τα μυθιστορήματα του Κούντερα που έγραψε μετά από την εγκατάστασή του στη Γαλλία (από το «Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης» και την «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» μέχρι την «Αγνοια»)- είναι πως αναγνωρίζονται οι ίδιες ακριβώς τάσεις και στη Δύση. Εκεί όπου η κυριαρχία του θεάματος (ή αυτό που ονομάζει «εικονολογία») αντικαθιστά την κυριαρχία της ιδεολογίας. Εκεί όπου ο μύθος της διαφάνειας γεννά τη βασιλεία της γενικευμένης αδιακρισίας (κυρίως από τα ΜΜΕ). Εκεί όπου το κιτς τροφοδοτεί τη διαφήμιση. Εκεί όπου η προαγωγή της παιδικής ηλικίας σε αξία κατακυριεύει τις οθόνες και τα ήθη. Εκεί όπου ο θρίαμβος του «διαρκούς παρόντος» (σύμφωνα με τον όρο του Γκυ Ντεμπόρ) επιφέρει όχι λιγότερο επικίνδυνες πλαστογραφήσεις της μνήμης. Εκεί όπου η υπεράσπιση της νεωτερικότητας είναι μέρος της ίδιας της λογικής της αγοράς (και που η πλειονότητα των πολιτικών λόγων περνούν τις χειρότερες οπισθοδρομήσεις σαν «σύγχρονες» και «αμετάκλητες»). Εκεί όπου οι λυρικές ψευδαισθήσεις και ο κομφορμισμός της ανταρσίας χαρακτηρίζουν την πανταχού παρούσα συμβατική λογική - κι όπου η τάση να γίνονται δίκες (και η «ηθική κρίση») μοιάζει να έχει γίνει η κυρίαρχη διανοητική δραστηριότητα...
«Η εμπειρία του κομμουνισμού», γράφει ο Κούντερα «μου φαίνεται σαν μια εξαιρετική εισαγωγή στον σύγχρονο κόσμο γενικά».
Μ' αυτήν την έννοια δεν μας εκπλήσσει το γεγονός πως δεν βιάστηκε να ενταχτεί στα τυφλά σ' ό,τι διαδέχτηκε τον κομμουνισμό στη χώρα καταγωγής του. Πως δεν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να ενθουσιαστεί με τον τρόπο που η τυραννία των λεγόμενων νόμων της αγοράς αντικατέστησε εκείνην του κόμματος και η αμερικανοποίηση της κουλτούρας αντικατέστησε την επιβεβλημένη ρωσοποίηση. Και πως προτίμησε οριστικά, αντί να επιστρέψει στην Πράγα, να παραμείνει σε μια κατάσταση εξορίας που του επιτρέπει τουλάχιστον να γράφει και να σκέφτεται ελεύθερα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξουσία.
Αυτό το θέμα της «αδύνατης επιστροφής», το γνωρίζουμε, είναι το ίδιο θέμα που εξερευνά με τρόπο διασκεδαστικό και συγκινητικό συνάμα στο τελευταίο του μυθιστόρημα: «Η Αγνοια». Απ' όπου μπορούμε να θυμηθούμε εκείνη τη συμβολική παράσταση όπου δύο ήρωες ξαναβρίσκονται ενώ η πολιτική τούς είχε χωρίσει. Ο ένας, παλιός οπαδός του κομμουνιστικού καθεστώτος, είχε μείνει στη χώρα του. Ο άλλος, αντίπαλος του ίδιου καθεστώτος, είχε οδηγηθεί στην αυτοεξορία.
Με μια ειρωνεία τυπικά κουντερική, οι δυο τους τα ξαναβρίσκουν, επειδή αισθάνονται παρόμοια ξένοι μέσα σ' αυτό που έγινε η τσέχικη Δημοκρατία. Ενας κόσμος όπου η μάθηση της ρωσικής γλώσσας δεν είναι πλέον υποχρεωτική, αλλά όπου οι απαιτήσεις της αγοράς επιβάλλουν σ' όλους να μιλούν αγγλικά· όπου ο Φραντς Κάφκα, λογοκριμένος άλλοτε από το καθεστώς, δεν είναι σήμερα τίποτε άλλο παρά ένα ελκυστικό προϊόν για τους τουρίστες. «Η σοβιετική αυτοκρατορία, λέει ο ένας από τους δύο, κατέρρευσε επειδή δεν μπορούσε πια να δαμάσει τα Εθνη που ήθελαν να γίνουν κυρίαρχα. Αλλά αυτά τα Εθνη τώρα είναι λιγότερο κυρίαρχα από ποτέ. Δεν μπορούν να επιλέξουν ούτε την οικονομία τους, ούτε την εξωτερική τους πολιτική, ούτε ακόμη τα διαφημιστικά τους μηνύματα».(5)
Το τελευταίο δοκίμιο του Κούντερα, «Μία συνάντηση», δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο: πρόκειται μάλλον για κείνον -συμπεριλαμβάνοντας κάποια σκόρπια κείμενα μέχρι τότε, κάτω από το πρίσμα μιας νέας ευρύτερης θεώρησης, να συνεχίσει τον μακρύ διαλογισμό του πάνω στην τέχνη του μυθιστορήματος. Να επανέρθει στα μεγάλα «υπαρξιακά» θέματα που στοιχειώνουν το έργο του, εμβαθύνοντάς τα. Να χαιρετίσει τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες που φτιάχνουν την οικογένεια επιλογής του - επιμένοντας αυτή τη φορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο συνάντησε αυτά τα έργα ή τους συγγραφείς τους και στον ρόλο που έπαιξαν στη δική του διαδρομή: απ' όπου έχουμε συνολικά το πιο προσωπικό βιβλίο ενός συγγραφέα που δεν του αρέσει καθόλου να μιλά για τον εαυτό του.(6)
Να λοιπόν, κάποιες υπέροχες σελίδες για τη ζωγραφική του Φράνσις Μπέικον (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν και μία διαφωτιστική σύγκριση με το σύμπαν του Σάμιουελ Μπέκετ). Μια διαπεραστική και λεπτομερή μελέτη για την προσφορά τού συμπατριώτη του, Λέος Γιάνατσεκ, στη μουσική τέχνη - όπου διαβλέπουμε τη συγγένεια ανάμεσα στην αισθητική του συνθέτη και των αρχών που διέπουν τη γραφή του Κούντερα. Μια αποκατάσταση της μυθιστορηματικής τέχνης του Ανατόλ Φρανς (κυρίως σε σχέση μ' ένα από τα βιβλία του, όπως «Οι Θεοί διψούν»): αφορμή για ν' αναρωτηθεί με ποιον τρόπο ο εξοστρακισμός που εξαπέλυσαν εναντίον του οι νεαροί σουρεαλιστές ποιητές άλλοτε μπόρεσε να γεννήσει μια τέτοια αρνητική προκατάληψη για το έργο του, τόσο κοινά διαδεδομένη, και με ποιον τρόπο λειτουργούν οι «μαύρες λίστες», οι οποίες τροφοδοτούν τον διανοητικό ή καλλιτεχνικό κομφορμισμό. Μια αξιοσημείωτη απολογία για τον Κούρτζιο Μαλαπάρτε που θεωρεί πως έγραψε τα δύο μεγάλα του έργα (το Καπούτ και κυρίως Το Δέρμα), αληθινά μυθιστορηματικά αριστουργήματα, όπου η πραγματικότητα με τη μορφή ενός ντοκιμαντέρ έχει μεταμορφωθεί μέσα από μια παραισθητική οπτική στα όρια του φανταστικού -μ' αυτήν την παράδοξη συμμαχία της σκληρότητας και της συμπόνιας, της απελπισίας και της ειρωνείας-, οπτική που ξεπερνά τα σύνορα ενός απλού ρεπορτάζ και διευρύνει ταυτόχρονα το πεδίο του μυθιστορήματος.
Επίσης σύντομα τιμητικά αφιερώματα σ' ορισμένους συγγραφείς της γενιάς του (Χουάν Γκοϊτιζόλο, Φίλιπ Ροθ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ντανίλο Κις, Κάρλος Φουέντες), που μαρτυρούν ένα είδος αποφασιστικής, αισθητικής αδελφοσύνης, η οποία είναι σπάνια στους σύγχρονους, λογοτεχνικούς κύκλους (μοιάζει σαν η τέχνη του μυθιστορήματος γι' αυτόν -περιθωριοποιημένη από την κυρίαρχη πολιτιστική βιομηχανία-, ν' άξιζε μια πραγματική στράτευση). Προσπερνώντας κάποιες θαυμάσιες σελίδες για τον Ραμπελαί, τον Φεντερίκο Φελλίνι, τον Ιάννη Ξενάκη, το Εμίλ Μισέλ Σιοράν...
Ενα βιβλίο λοιπόν που επικεντρώνεται βασικά στην τέχνη και στη λογοτεχνία - αλλά όπου ξεπροβάλλουν επίσης, εδώ κι εκεί, κάποιες έμμεσες πολιτικές σκέψεις τις οποίες δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε.
Αρχικά ένα μικρό κείμενο σε σχέση με τη Βέρα Λινάρτοβα. Ο Κούντερα, αντίθετα με τις κοινοτοπίες που παρουσιάζουν τον κομμουνισμό σαν το «απόλυτο κακό» και τις εξορίες που προκάλεσε σαν «τραγωδίες», υιοθετεί την ιδέα της Λινάρτοβα, σύμφωνα με την οποία η εξορία μπορεί να βιωθεί σαν μια απελευθερωτική εμπειρία και ακόμη σαν μια ανυπολόγιστη γονιμότητα (πράγμα που επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί «μετά το τέλος του κομμουνισμού, σχεδόν κανένας από τους μεγάλους, μετανάστες καλλιτέχνες δεν βιάστηκε να επιστρέψει στη χώρα του»).
Μια εκστρατεία συκοφάντησης ξεκίνησε από την Πράγα
Ενας διαπεραστικός και μακρύς διαλογισμός στη συνέχεια, για τη Μαρτινίκα. Ευκαιρία να συγκρίνει την αντιθετική τύχη των διαφορετικών «μικρών Εθνών» (εκείνων της Κεντρικής Ευρώπης κι εκείνων της Καραϊβικής) και να ξεκινήσει μια ξεκάθαρη, τιμητική παρουσίαση του Εμέ Σεζέρ. Ο Σεζέρ προκαλεί τον θαυμασμό, γιατί είναι ένας ποιητής που τοποθετείται στη συμβολή των πιο ποικίλων ρευμάτων, χωρίς ν' αποκλείουμε και τις μεγάλες πρωτοτυπίες της νεωτερικότητας (του σουρεαλισμού εν προκειμένω), αλλά είναι ταυτόχρονα και ο αλύγιστος μαχητής της χειραφέτησης του λαού του: σύζευξη μοναδική που δεν υπάρχει αλλού.
Μια αναφορά τελικά κι αυτό δεν είναι χωρίς σημασία, στην «Ανοιξη της Πράγας», αυτή τη σύντομη στιγμή όπου «όλες οι κοινωνικές οργανώσεις (...) αρχικά προορισμένες να μεταδίνουν τη θέληση του Κόμματος στο λαό» έγιναν τα «απρόσμενα εργαλεία μιας απρόσμενης δημοκρατίας»· όπου είδαμε να συνυπάρχει ένα υπόστρωμα αυθεντικού σοσιαλισμού (κολεκτιβοποιημένη οικονομία, «η γεωργία στα χέρια των συνεργατικών οργανώσεων», κοινωνία σχετικά ισότητας, χωρίς πάρα πολύ πλούσιους ή πάρα πολύ φτωχούς, η περίθαλψη και η παιδεία δωρεάν) με την κατάργηση της «εξουσίας της μυστικής αστυνομίας», το «τέλος των πολιτικών διώξεων», την «ελευθερία της γραφής χωρίς λογοκρισία», επομένως και την «άνθιση της λογοτεχνίας και της τέχνης».
Αυτό δεν είχε διάρκεια, γράφει ο Κούντερα και ίσως δεν μπορούσε να έχει -αλλά «αυτό το δευτερόλεπτο μέσα στο οποίο υπήρξε αυτό το σύστημα, αυτό το δευτερόλεπτο ήταν υπέροχο».
Αν πάρουμε υπ' όψιν μας το πιο πάνω, τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα τελικά τους βασικούς λόγους της βδελυρής εκστρατείας που εκτοξεύτηκε εναντίον του Κούντερα, εδώ και κάποιους μήνες από την Πράγα, η οποία ξεκίνησε από έναν φάκελο κατηγορίας, από τους πιο ύποπτους κι ο οποίος δεν αποδείκνυε τίποτα, παρά μονάχα την επιθυμία να τον βλάψει. Μοιάζει προφανές, πως αν εκείνος ήταν φανερά οπαδός του υπερ-φιλελεύθερου και προ-αμερικανικού καθεστώτος, που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα που γεννήθηκε, τίποτε απ' όλ' αυτά δεν θα του είχε συμβεί. Και μπορούμε να σκεφτούμε πως μέσα από εκείνον είναι όλο το πνεύμα της «Ανοιξης της Πράγας» -που δεν απαρνήθηκε ποτέ και του οποίου είναι ένας από τους τελευταίους επιζώντες αντιπροσώπους-, το οποίο προσπάθησαν να δυσφημήσουν. Το πνεύμα εκείνων συνοπτικά που ήθελαν να χτίσουν έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» και δεν αναγνωρίζονται σε τίποτα μέσα στον θρίαμβο -πάνω στα ερείπια του κομμουνισμού-, ενός απλού και καθαρού καπιταλισμού με κτηνώδες πρόσωπο.
Le Monde Diplomatique Απρίλιος 2009.
Μετάφραση: Κατερίνα Κοντιζά, δρ Ιστορίας και Πολιτισμών της EHESS (Παρίσι).























(1). Αν και ο Μίλαν Κούντερα δήλωσε πως δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη «γνωστή» υπόθεση. Αν και διαμαρτυρήθηκαν δημοσίως ομότεχνοί του τεράστιου κύρους. Αν και πλήθος δημοσιευμάτων τον υπερασπίζεται παγκοσμίως. Αν κι έχει αποκαλυφθεί ο πραγματικός ένοχος (Μίροσλαβ Ντλασκ)... Η κατάπτυστη εκστρατεία συκοφάντησης εναντίον του συνεχίζεται. Εκτιμούμε πως το κείμενο του Γκυ Σκαρπέττα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ, για να καταλάβουμε γιατί, αφού η υπόθεση έκλεισε, κάποιοι συνεχίζουν να τον κατηγορούν ανελέητα. (Στμ)
(2). Συγγραφέας. Εργα του κυρίως: «Η Χρυσή Εποχή του Μυθιστορήματος» (Γκρασσέ, Παρίσι, 1996), «Για την Ευχαρίστηση» (Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 1998), «Παραλλαγές Ερωτισμού» (Ντεκάρτ, Παρίσι, 2004), «Η Γκιμάρ» (Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2008).
(3). Εκτίμηση του Νοβότνυ στο άρθρο του Ζαν Μερβά, Τσέχικη Επιθεώρηση: «Χοστ», Πράγα, 2007.
(4). Δοκίμια του Κούντερα: «Η Τέχνη του Μυθιστορήματος» (1986), «Οι Προδομένες Διαθήκες» (1993), «Ο Πέπλος» (2005), όλα δημοσιευμένα από τις εκδόσεις: Γκαλλιμάρ, Παρίσι.
(5). «Η Αγνοια», Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2003.
(6). «Μία Συνάντηση», Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2009. 

Ολόκληρο το κείμενο αντλήθηκε από το www.enet.gr

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

To ''Moanin'' του Bobby Timmons & το μεταλλικό πλαίσιο-video wall των Απόκρεω στην Κοζάνη

Την εμβληματική σύνθεση του πιανίστα, οργανίστα και βιμπραφωνίστα Bobby Timmons (1935-1974) ,ίσως από τις αντιπρoσωπευτικώτερες της hardbop jazz που έγινε hit (sic) από τους Jazz Messengers, την ακούμε εδώ από μια συναυλία στο Βέλγιο το 1958. Ο ίδιος ο Bobby Timmons είναι στο πιάνο, ο ''πολύς'' (και πιο αγαπημένος μου μουσικός της τζαζ) Art Blakey στα ντραμς, ο Lee Morgan στην τρομπέτα, ο Benny Golson στο τενόρο σαξόφωνο και ο Jimmie Merritt στο ακουστικό μπάσο.Πιστεύω πως είναι από τις πιο αυθεντικές από άποψη ύφους εκτελέσεις της χιλιοπαιγμένης αυτής σύνθεσης.


Στέκομαι στον φοβερό και τρομερό Lee Morgan, έναν τρομπετίστα  γεννημένο στη  Φιλαδέλφεια και θρεμμένο μουσικά στους Jazz Messengers του Art Blakey (το μεγαλύτερο ίσως φυτώριο της μεταπολεμικής τζαζ), ο οποίος έζησε σύντομη ζωή (1938-1972) αλλά τόσο ''γρήγορη''. Ίσως ο γνησιώτερος εκπρόσωπος της hard bop μαζί με τους λίγο πριν από αυτόν  τρομπετίστες Fats Navarro, Clifford Brown και Booker Little.
Ο Benny Golson ,ένας hard boper σαξοφωνίστας γεννημένος κι αυτός στη Φιλαδέλφεια το 1929, με τη διαδρομή του στη τζαζ και τις rythm & blues συνθέσεις στη συνέχεια ,τον θυμόμαστε για τη συνεργασία του με τον Dizzy Gillespie το 1956 και τον Art Farmer στη συνέχεια το 1959.
Για τον γεννημένο στο Πίτσμπουργκ ντράμερ Art Blakey (1919-1990) τα λόγια περιττεύουν. Ό,τι και να πει κανείς για την εκπληκτική αυτή μουσική τζαζ προσωπικότητα, δε θα κατορθώσει να είναι κοντά στο πραγματικό μέγεθος της προσφοράς του. Από τα δεκαπέντε του ακόμη όταν ήταν bandleader(!) παίζοντας με τον Erroll Garner μέχρι που έφτασε στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη παίζοντας στη μπάντα του Βilly Ekstine, όπου και έμεινε για τρία χρόνια μέχρι το 1947, αναζητούσε συνεχώς  νέους ρυθμούς και νέους δρόμους στο τέμπο των κρουστών. Ηχογραφήσεις για τη Blue Note Records ακολουθούν με την πασίγνωστη μπάντα των Jazz Messengers, την πιο φημισμένη ακαδημία της τζαζ της οποίας ήταν ο ιδρυτής και κύριος δημιουργός της. Έφερε στη τζαζ πλήθος ρυθμών, κυρίως από την Αφρική ,εμπλουτίζοντας την ήδη κρατούσα be bop και οδηγώντας την προς μια πιο ατμοσφαιρική, πιο bluesy ,συναισθηματική και πλουσιώτερη σε σπιρίτσουαλ ρυθμό και τέμπο μορφή που έμεινε γνωστή και σαν hard bop.
Θεωρώ καταπληκτική (την οποία προτιμώ από όλες) και πιο hot επίσης την παρακάτω εκτέλεση, μια ηχογράφηση που έγινε για λογαριασμό της Blue Note στο Town Hall της Νέας Υόρκης στις 22 Φεβρουαρίου του 1985. Παίζει ο Art Blakey νταμς, ο Freddie Hubbard τρομπέτα, ο Johny Griffin τενόρο σαξόφωνο,ο Curtis Fuller τρομπόνι, ο Walter Davis jr πιάνο και ο Reggie Workman μπάσο. Εκπληκτικός εδώ ο Freddie Hubbard στην τρομπέτα,όπου πραγματικά μεγαλουργεί με τα σόλο του, καθώς και ο Curtis Fuller οποίος με την απίστευτη σουρτίνα του τρομπονιού του δίνει τη χροιά της hard bop στην εκτέλεση.

http://www.youtube.com/watch?v=U10tMhaqoRU

ΥΓ1. Ελπίζω να έκανα ορθή χρήση των εισαγωγικών. Ο Γιάννης Η. Χάρης ας με διορθώσει σε περίπτωση λανθασμένης χρήσης τους, έστω και αν είναι απασχολημένος αυτή την περίοδο με τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου του ''πατέρα'' Μίλαν Κ.

ΥΓ2. Ο Curtis Fuller (παππούλης πια) ματαίωσε την εμφάνισή του στο Half Note της Αθήνας πριν μερικές βδομάδες λόγω ασθένειας της συζύγου του .

ΥΓ3. Η μεταλλική εξέδρα-πλαίσιο που στήθηκε στην πλατεία της Κοζάνης τις ημέρες των Απόκρεω ήταν υπέροχη κατ΄εμέ αισθητικά, συνταιριάζοντας αρμονικά το μοντέρνο σκελετό του πλαισίου της & το video wall με την αρχιτεκτονική του καμπαναριού. Μου θύμισε τις κεντρο- και βορειοευρωπαικές πόλεις όπου παντρεύουν πετυχημένα, σχεδόν πάντοτε, αντίστοιχα το μοντέρνο υλικό και τη σύγχρονη τεχνολογία με το μεσαιωνικό κτίσμα. 
Και να πάψουν οι έχοντες άποψη επί παντός επιστητού, πανταχού παρόντες  και ιδιοτελώς κινούμενοι δημοσιογραφίσκοι, αλλά και οι ενίοτε επιλεκτικά ''ευαισθητοποιούμενοι'' οι-κολόγοι και ''ενεργοί'' πολίτες, να αντιμετωπίζουν ορισμένες φορές την καθημερινότητα και την αισθητική της πόλης με κριτήρια τα οποία είναι απολύτως προσωπικά και πιθανώς στερούμενα τεκμηρίωσης. Αλλά το ξαναείπαμε οτι  επαρχιωτισμός είναι αυτό ακριβώς: η ενασχόληση με τα επουσιώδη.