Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ο Χάνεκε και η «Λευκή κορδέλα»















Εχοντας στο ενεργητικό του ταινίες που έχουν γράψει τη δική τους βίαιη ιστορία μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, από τα «Παράξενα παιχνίδια» (που έγιναν και αμερικανικό ριμέικ) ως τη «Δασκάλα του πιάνου» και από το «Βίντεο του Μπένι» ως τον «Κρυμμένο», τη μεγαλύτερη ως σήμερα επιτυχία του, ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε παρουσιάζει την ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Λευκή κορδέλα» («Das weisse Βand- Εine deutsche Κindergeschichte», 2009, Αυστρία/ Γερμανία/ Γαλλία/ Ιταλία), η οποία τον περασμένο Μάιο θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα.
Στον «Κρυμμένο» (2006), ο Ντανιέλ Οτέιγ και η Ζιλιέτ Μπινός υποδύονται ένα παντρεμένο ζεύγος γάλλων διανοουμένων που απειλούνται από «κάτι» το οποίο ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι. «Ο,τι είναι να πω βρίσκεται στις ταινίες μου» μού δηλώνει ο Χάνεκε. «Δουλειά μου δεν είναι να δίνω απαντήσεις παρά μόνο να θέτω ερωτήσεις». Λέει μάλιστα ότι δεν ενοχλείται όποτε τον ρωτούν «τι συνέβη μετά;» στις ταινίες του, γιατί θεωρεί την αντίδραση φυσιολογική. Προσπαθεί όμως να πείσει τους θεατές «να σκεφτούν αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο στη θέαση. Μόνο οι ψεύτες έχουν απαντήσεις. Οι πολιτικοί έχουν απαντήσεις».
Γεννημένος το 1942 στη Βαυαρία της Γερμανίας, ο Χάνεκε μεγάλωσε στην Αυστρία από τη μητέρα και τον πατριό του (ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ο ίδιος ήταν τριών ετών). Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Από εκεί ξεκίνησε την καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 από την τηλεόραση. Εξακολουθεί να ζει μόνιμα στη Βιέννη όπου διδάσκει και σκηνοθετεί.
Από την «Εβδομη Ηπειρο», την πρώτη κινηματογραφική ταινία του, την οποία γύρισε με αρκετή καθυστέρηση το 1989, στα 47 του, ο Χάνεκε άρχισε να χτίζει τη φήμη ενός από τους πιο ασυμβίβαστους και εξαιρετικά «μαύρους» σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου. Η θεματολογία του αντλείται μέσα από ιστορίες κοινωνικής αποξένωσης, την αδιέξοδη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τη διάλυση των ανέσεων της αστικής οικογένειας.
Oι ήρωές του σοκάρουν με τις αποφάσεις τους: στη «Δασκάλα του πιάνου» η κεντρική ηρωίδα ( Ιζαμπέλ Υπέρ ) αυτοευνουχίζεται γιατί θεωρεί ότι η σεξουαλικότητά της δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ το παιδί που πρωταγωνιστεί στο «Βίντεο του Μπένι» σκοτώνει χωρίς καμία τύψη τον συμμαθητή του και οι γονείς του απλώς κρύβουν το πτώμα επειδή δεν θέλουν να αμαυρώσουν την αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα τους.
«Ολοι έχουμε ένοχες συνειδήσεις» λέει ο Χάνεκε, «αλλά δεν κάνουμε και πολλά για αυτό. Οσο καλό υπάρχει μέσα στον καθένα μας, άλλο τόσο και κακό». Για το γεγονός ότι συχνά «κατηγορείται» για απελπιστική χρήση βίας στις ταινίες του, δηλώνει ότι η βία πρέπει να απεικονίζεται ακριβώς όπως είναι. «Η αλήθεια είναι πάντα τρομακτική» τονίζει. Ισως γι΄ αυτόν τον λόγο ο σκηνοθέτης σνομπάρει τις αμερικανικές ταινίες αποκαλώντας τες «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Μισεί τις ταινίες που τον κάνουν να νιώθει «περισσότερο ηλίθιος από όσο είμαι». Ωστόσο πριν από μερικά χρόνια πειραματίστηκε ο ίδιος με το αμερικανικό ριμέικ της πιο τρομακτικής ταινίας του, «Παράξενα παιχνίδια», την οποία γύρισε στο Χόλιγουντ με τους Τιμ Ροθ και Ναόμι Γουότς

 
Η «Λευκή κορδέλα» είναι ένα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που στα 144 λεπτά του «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στις αρχές του 20ού αιώνα (κάπου ανάμεσα στα 1913-1914).
Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών, της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα μετατραπεί στο τέρας της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτό που συγκρατείς στη μνήμη έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και (όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε) από απόσταση.
Η κάμερα του Χάνεκε μας μεταφέρει από πόρτα σε πόρτα φτιάχνοντας ένα ψηφιδωτό μικροϊστοριών που συνθέτουν ένα σπουδαίο σύνολο: Ενας δάσκαλος ( Κρίστιαν Φρίντελ ) που επιζητεί το καλό της κοινότητας, αλλά αδυνατεί να επιβληθεί. Ενας πάστορας ( Μπούρκχαρτ Κλάουσνερ) που όταν δέρνει τα παιδιά του λέει ότι πονάει ο ίδιος περισσότερο. Ο γαιοκτήμονας-βαρόνος ( Ούλριχ Τούκουρ ) που, παρά τις ενάρετες προθέσεις του, εκμεταλλεύεται τελικά τους αγρότες. Ο γιατρός της περιοχής ( Ράινερ Μποκ ) που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα ( Σουζάνε Λότερ) που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και κυρίως, θα το επαναλάβω, τα ίδια τα παιδιά, με το απορημένο, τρομαγμένο, αλλά και γεμάτο μίσος ύφος τους. Ψηφίδες μέσα σε αυτό το υπόγειας βαρβαρότητας ψυχόδραμα, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ο Χάνεκε στοχεύει στην αβεβαιότητα του θεατή όταν ακούμε τον αφηγητή να λέει: «Δεν είμαι βέβαιος για το αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Κάποια σημεία της τα γνωρίζω μόνο από φήμες». Αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που τελικά σε ελκύει: παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας, δεν θέλεις να τελειώσει.


Του Ι. Zουμπουλάκη, Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009 και το www.tovima.gr

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα στον Miles Davis, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
















Πενήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του περίφημου άλμπουμ του Μάιλς Ντέιβις «Kind Of Blue», διοργανώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ένα αφιέρωμα στον σπουδαίο καλλιτέχνη της τζαζ. Το αφιέρωμα παρουσιάζεται την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, στο Βελλίδειο και το Σάββατο 24 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Ο Μάιλς Ντέιβις έγραψε τα κομμάτια του άλμπουμ 'Κind Οf Βlue', «προσπαθώντας να ζήσω αυτό που είχα νιώσει όταν ήμουνα έξι χρονών, τότε που περπατούσα με τον ξάδελφό μου σε ένα σκοτεινό δρόμο του Αρκάνσας... Έλα όμως που γράφεις κάτι και οι άλλοι το παίρνουν σαν ερέθισμα για να παίξουν αυτά που θέλουν εκείνοι, κι έτσι τελικά αποπροσανατολίζεσαι από τον τελικό σου στόχο. Αλλα είχα στο μυαλό μου και άλλα βγήκανε στην πορεία».
Όπως και να έχει το «Kind of Blue» αναφέρεται σαν το πρώτο σε πωλήσεις άλμπουμ του Μ.Ντέιβις και σαν ο δίσκος τζαζ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών.
Χαρακτηρίζεται επίσης σαν το καλύτερο άλμπουμ μουσικής τζαζ όλων των εποχών και συνεχίζει να πουλάει 5.000 αντίτυπα την εβδομάδα.
Το αφιέρωμα που διοργανώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη εστιάζει στην πορεία της τζαζ μετά από εκείνη την ιστορική ηχογράφηση, στην κληρονομιά των θρυλικών μουσικών που συμμετείχαν σε αυτήν -Μάιλς Ντέιβις στην τρομπέτα, Τζον Κολτρέιν στο τενόρο σαξόφωνο, Τζούλιαν «Κάνονμπολ» Αντερλεϊ στο άλτο σαξόφωνο, Μπιλ Έβανς και Ουίντον Κέλι στο πιάνο, Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο, και Τζίμι Κομπ στα ντραμς- και σε όλα τα ξεχωριστά μουσικά στοιχεία που ανέδειξαν το άλμπουμ σε αριστούργημα της παγκόσμιας μουσικής.
Συμμετέχει η Jimmy Cobb's So What Band με τους Γουάλας Ρόνεϊ, Βίνσεντ Χέρινγκ, Τζάβον Τζάκσον, Λάρι Ουίλις και Μπάστερ Ουίλιαμς.
Το αφιέρωμα διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο των 44ων Δημητρίων και του 21ου Φεστιβάλ Εθνο-τζαζ.
Τιμές εισιτηρίων: Β' Ζώνη 30 Ευρώ, Α' Ζώνη 40 Ευρώ. Προπώληση εισιτηρίων: Metropolis (εκδοτήριο Αριστοτέλους).
Στην Αθήνα η συναυλία θα λάβει χώρα στο Μέγαρο Μουσικής, στην αίθουσα Φίλων της Μουσικής, στις 20:30. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 2106980044.
Τιμές εισιτηρίων: Φοιτητικό 15 ευρώ, Γ' ζώνη 35 ευρώ, Β' ζώνη 50 ευρώ, Α' ζώνη 65 ευρώ και Διακεκριμένη ζώνη 80 ευρώ. Προπώληση εισιτηρίων: στα ταμεία του Μεγάρου, στο εκδοτήριο της Ομήρου 8, τηλεφωνικά με πιστωτική στο 2107282333 ή ηλεκτρονικά στο www.megaron.gr.
Τα παραπάνω αντλήθηκαν από το www.in.gr 

More about ''Kind of Blue'': http://dimentes12.blogspot.com/2009/06/miles-davis-kind-of-blue-legacy-edition.html

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Παρακμάζει κάτι που δεν ορίζεται; Μια απάντηση σε όσους κάνουν δυσοίωνες προβλέψεις για την τζαζ.


 From International Herald Tribune.











Το πλήθος ήταν ρωμαλέο, προσηλωμένο και ζωηρό στην πρόσφατη συναυλία τζαζ στο Ουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν, και οι περισσότεροι ακροατές φαίνονταν να είναι εικοσάρηδες ή τριαντάρηδες – περίπου στην ίδια ηλικία με τα μέλη της μπάντας. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε βραδιά στη σκηνή των τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης, αν και η περιγραφή ίσως να διέφερε, ανάλογα με την πηγή. Τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι αναμνηστικές εκδηλώσεις για το Γούντστοκ έφταναν στο ζενίθ τους, ο κόσμος της τζαζ είχε πληγεί από ένα είδος πανικόβλητης νοσταλγίας. Την πυροδότησε ένα άρθρο του κριτικού Τέρι Τίτσαουτ –με τίτλο «Μπορεί να σωθεί η τζαζ;»– στη Wall Street Journal της 9ης Αυγούστου. Παλιός θιασώτης της τζαζ, ο κ. Τίτσαουτ σύγκρινε τις καλλιτεχνικές προόδους της και την πτώση της δημοτικότητάς της, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι «δεν είναι πλέον δυνατό να στρουθοκαμηλίζουμε και να παριστάνουμε ότι αυτή η μεγάλη αμερικανική μορφή τέχνης είναι οικονομικά υγιής ή ότι το μέλλον της δεν φαίνεται σκοτεινό».
Προφήτες δεινών
Η τζαζ έχει με το παραπάνω το μερίδιό της από προφήτες δεινών, κι έτσι ο θρήνος αυτός φάνηκε κάπως οικείος. Ομως ο κ. Τίτσαουτ ήρθε οπλισμένος με στοιχεία από την Arts Participation 2008, μια πρόσφατη έρευνα της National Endowment for the Arts. Πραγματοποιημένη σε συνεργασία με την αμερικανική Στατιστική Υπηρεσία, η έρευνα βρήκε ότι μόνο το 9,8% των ενηλίκων σ’ αυτή τη χώρα δήλωσε ότι παρακολούθησε μια συναυλία τζαζ την περασμένη χρονιά. Το νούμερο που είχε σημειωθεί σε προηγούμενα χρόνια –το 1982, το 1992 και το 2002– ήταν πιο κοντά στο 10%. Η δημογραφική ανάλυση έδειξε σταθερή άνοδο στους άνω των 55 και καθοδική τάση σε όλους τους άλλους. (Σημειώθηκε επίσης μείωση προσέλευσης σε μουσεία, κλασικά κοντσέρτα και παραστάσεις μπαλέτου.)
Ο κ. Τίτσαουτ δεν ήταν ο μόνος που σήμανε συναγερμό: ο ιστορικός της τζαζ Τεντ Τζιόια έγραψε τον περασμένο μήνα στην ιστοσελίδα Jazz.com: «Η πιο πιθανή εξήγηση γι’ αυτούς τους αριθμούς είναι ότι πολύ λίγοι νέοι ανακαλύπτουν την τζαζ από τη δεκαετία του ’80 και μετά», γράφει. «Οι παλιοί φίλοι της τζαζ εξακολουθούν να την παρακολουθούν, αλλά οι έφηβοι και οι εικοσάρηδες δείχνουν πολύ μικρό ενδιαφέρον».
Πού να ψάξουν
Υπάρχει όμως ένα πλήθος περιστασιακών μαρτυριών για το αντίθετο, όπως έσπευσαν να παρατηρήσουν πολλοί μπλόγκερ και σχολιαστές, απαντώντας κυρίως στον Τέρι Τίτσαουτ. Προσπαθήστε να πάτε ένα βράδυ στο Village Vanguard ή στο Stone του ανατολικού Γκρίνουιτς Βίλατζ, όπου η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά σε κάθε συναυλία του ντράμερ - συνθέτη Τάισον Σόρεϊ. Ξύστε λίγο κάτω από την επιφάνεια και μπορεί να αρχίσετε να αναρωτιέστε μήπως ο κ. Τίτσαουτ και ο κ. Τζιόια δεν βλέπουν νέους ανθρώπους να ακούνε τζαζ επειδή δεν ξέρουν πού να κοιτάξουν. Μπορεί επίσης να αρχίσετε να αμφιβάλλετε για την ίδια την έρευνα. Πάρτε, π.χ., μία από τις ερωτήσεις: «Εκτός από σχολικές παραστάσεις, πήγατε σε κανένα ζωντανό κοντσέρτο τζαζ τους περασμένους 12 μήνες;» Οσο άμεση κι αν φαίνεται, είναι πιο ομιχλώδης από το να ρωτήσεις αν κάποιος είδε ένα θεατρικό έργο, πήγε στην όπερα ή επισκέφθηκε μουσείο. Οπως το έθεσε ένας αναγνώστης στα online σχόλια, «Μου φαίνεται ότι εξαρτάται από το πώς προσδιορίζει κανείς την τζαζ».
Η τζαζ πάντα ήταν ένα είδος με διαπερατά όρια, και η διαμάχη γύρω από τον ορισμό της ποτέ δεν ήταν πιο έντονη όσο τα χρόνια που έχει καλύψει η έρευνα. Το 1982, όταν η παρακολούθηση συναυλιών αναφέρθηκε ότι έφτασε το 9,6%, η τζαζ μπορούσε να διεκδικεί ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο από τα γκρουπ R&B όπως οι Crusaders, ακόμα και ο Kenny G., ο οποίος κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ εκείνη τη χρονιά.
Υψηλή τέχνη
Το 1992, όταν το ποσοστό ήταν 10,2%, ο όρος περιλάμβανε όχι μόνο ένα σύνολο γκρουπ που έπαιζαν bebop αλλά επίσης ένα ρεύμα μουσικής που την τροφοδοτούσαν τότε οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Ο Kenny G. κυκλοφόρησε τότε το Breathless, το καλύτερο άλμπουμ του. Πολλοί φίλοι αυτής της μουσικής μπορεί να προσδιόριζαν την επιλογή τους τότε σαν ένα είδος τζαζ.
Το υψηλότερο νούμερο που καταγράφει η έρευνα, 10,8%, σημειώθηκε το 2002, αμέσως μετά την προβολή της ταινίας του Κεν Μπερνς «Τζαζ». Ενα από τα θέματα της ταινίας αφορούσε την πεποίθηση ότι η τζαζ είναι μια παράδοση με σαφείς παραμέτρους, και όταν απουσιάζουν ορισμένα στοιχεία παύει να είναι τζαζ. Ετσι, κατά μία έννοια ο κ. Τίτσαουτ έχει δίκιο να παρατηρεί ότι «ακριβώς επειδή η τζαζ θεωρείται σήμερα μια μορφή τέχνης υψηλού επιπέδου, οι δημιουργοί της αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα παρουσίασης, μάρκετινγκ και ανάπτυξης του ακροατηρίου όπως οι συμφωνικές ορχήστρες, οι θίασοι ρεπερτορίου και τα μουσεία τέχνης».
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που την αγνοεί σχεδόν τελείως, ίσως επειδή το δίπολο που ενυπάρχει στην επιχειρηματολογία του (υψηλού επιπέδου τέχνη - χαμηλού επιπέδου τέχνη ή έντεχνη μουσική - ποπ) δεν βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση σ’ αυτό τον χώρο. Για πολλούς καλλιτέχνες της τζαζ, ιδίως εκείνους που γεννήθηκαν μετά το Γούντστοκ, η μουσική ενσωματώνει πολλές και ποικίλες επιρροές. Και επειδή οι όροι γίνονται αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης, συχνά προτιμούν να μη χαρακτηρίζουν τη μουσική τους, το ίδιο και οι οπαδοί τους.
Ετσι, το τρίο Medeski Martin & Wood, που εμφανίζονται στο εξώφυλλο του τελευταίου τεύχους του Down Beat, είναι ένα επιτυχημένο γκρουπ που δουλεύει περισσότερο στο κύκλωμα jam-band (μουσική τάση που αναμιγνύει διαφορετικά είδη και που ξεκίνησε με τους Grateful Dead) παρά στα τζαζ κλαμπ. Οι AlasNoAxis, με επικεφαλής τον ντράμερ Τζιμ Μπλακ, έχει ένα ακροατήριο που βρίσκεται πιο κοντά στη noise-rock συνιστώσα της μουσικής τους. Οι Blackout, με επικεφαλής τον βιμπραφονίστα Στέφον Χάρις, κυκλοφόρησαν μόλις ένα άλμπουμ που ξεκινάει με μια μελωδία του Γκέρσουιν προσαρμοσμένη σε ρυθμό go-go.
Πλήθος νέων
Το άρθρο του κ. Τίτσαουτ δημοσιεύτηκε το ίδιο Σαββατοκύριακο που γινόταν το Φεστιβάλ Τζαζ του Νιούπορτ στο Ρόουντ Αϊλαντ. Και στις τρεις σκηνές υπήρχαν πλήθος νεαροί ακροατές, μαζί με τους μεγαλύτερους. Ακουσαν τον 23χρονο ντράμερ Μάρκους Γκίλμορ να παίζει με το δυναμικό Vijay Iyer Trio· άκουσαν τον παππού του Γκίλμορ, τον αειθαλή 83χρονο ντράμερ Ρόι Χάινς, με το κουαρτέτο του που ονομάζεται Fountain of Youth. Και εκτός από εκείνους που παρευρέθησαν, υπήρχαν πολλοί άλλοι που άκουγαν από το ραδιόφωνο ή από το Ιντερνετ, χάρη στην πλήρη κάλυψη που υπήρχε.
Με δεδομένο ότι η ζωντανή τζαζ είναι δύσκολο να βγει έξω από τις μεγάλες πόλεις, οι προσπάθειες όπως αυτή ίσως είναι το πιο ελπιδοφόρο νέο για το κοινό της τζαζ. Οπως σημείωσε ο κ. Τζιόια, αλλά όχι ο κ. Τίτσαουτ, η έρευνα αναφέρει ότι πάνω από 47 εκατομμύρια Αμερικανοί ακούνε μουσική online κάθε εβδομάδα. Αυτή είναι πιθανότατα μια συντηρητική εκτίμηση – και αποτελεί ένα στατιστικό νούμερο που θα αυξηθεί πολύ, πέρα από τα γεωγραφικά και τα μουσικά σύνορα.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Γιατί λατρεύω την Ευρώπη.

Ξαναδιάβαζα αργά χτες βράδυ την ''Παρέμβαση'' του αγαπητού φίλου Β.Π.Καραγιάννη και συγκεκριμένα στο τεύχος 133, την περιήγηση του βιβλίου ''Ελληνικό hangover'' του Δ.Κούρτοβικ.
Γράφει λοιπόν ο Δ.Κ σε κάποιο σημείο : ''Η Ευρώπη είναι σήμερα η μόνη περιοχή του κόσμου όπου η αυτοκριτική στάση απέναντι στο ιστορικό παρελθόν, η αποφλοίωση των εθνικών μύθων, αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτισμικής συμπεριφοράς και μάλιστα έχει γίνει μέρος των θεσμών. Για να φτάσουν οι Ευρωπαίοι σ' αυτό το σημείο, χρειάστηκε να διαπράξουν και να υποστούν τρομερές θηριωδίες, να προξενήσουν και να θρηνήσουν εκατομμύρια θύματα. Αλλά στην ιστορία η πορεία πρός την ωριμότητα είναι πάντα μιά τραυματική διαδικασία''. 
Να συμπληρώσω εγώ ακόμη από τον  Elias Canetti ο οποίος γράφει πως ''οι χιλιομετρικοί δείκτες στους αυτοκινητόδρομους της Βουλγαρίας είναι τύμβοι εξαφανισμένων λαών''.
Ωστόσο η Ευρώπη έχει να διδαχτεί από ''το περίφημο αμερικάνικο...χωνευτήρι που λειτουργεί τόσο αξιοθαύμαστα επειδή δίνει στους μετανάστες τη δυνατότητα ν΄αποκτήσουν μια καινούργια ταυτότητα χωρίς ν' απαρνηθούν την παλιά τους. Η Ευρώπη δεν έχει μάθει ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τους δικούς της μετανάστες ως μέρος της ιστορίας της, άρα και ως μέρος της ταυτότητάς της''.
Αξιολογώτατη και εξαιρετικά εύστοχη προσέγγιση από τον Δ.Κ. Μου θύμισε τις θέσεις του George Steiner με τις οποίες ταυτίζονται σχεδόν. Πράγματι οι  Ευρωπαίοι είναι οι μόνοι που έκαναν και κάνουν ακόμη (οι Γερμανοί ακόμη μέμφονται για το ναζιστικό τους παρελθόν, οι Ιταλοί λιγότερο βέβαια για το φασιστικό τους, οι Σκανδιναυοί παλιότερα κ.ά.) ανελέητη αυτοκριτική και μάλιστα υπό την πίεση άλλων ευρωπαικών λαών (!).
Καμμία άλλη πληθυσμιακή ομάδα, έθνος ή κράτος δεν έκανε  ποτέ αυτοκριτική για τα εγκλήματα και τις θηριωδίες που διέπραξε. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη συστηματικώτερη γενοκτονία όλων των εποχών που διέπραξαν, την αφάνιση των γηγενών πληθυσμών της αμερικανικής ενδοχώρας. Ούτε οι Ιάπωνες ή οι Ρώσοι.Ούτε οι Αυστραλοί ζήτησαν ποτέ συγγνώμη για την εκμηδένιση των Αβορίγινων.
Επίκαιρη λοιπόν όσο ποτέ η παραπάνω θέση , σε μια Ευρώπη που αναζητά σήμερα λύσεις στο πρόβλημα της αθρόας μετακίνησης πληθυσμών στο έδαφός της.

Χαίρε, ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος!
Όλα περνούν, και τίποτα δεν πεθαίνει.
Πολύ μισήσαμε και υποφέραμε. Αγαπήστε :
Ο κόσμος είν' όμορφος, και άγιο είναι το μέλλον. 
Giosue Carducci (1835-1907)

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

John Coltrane - ''My Favourite Things''















Το κλασσικό πια (κάτι σαν εθνικός ύμνος της τζαζ) ''My favourite things'' του John Coltane από συναυλία που έδωσε το 1961 στο Baden-Baden της Γερμανίας. Στο σοπράνο σαξόφωνο ο ίδιος ο John Coltrane, στο πιάνο ο MacCoy Tyner, στο άλτο σαξόφωνο και το φλάουτο ο Eric Dolphy, στο κοντραμπάσο ο Reggie Workman και στα ντραμς ο ''πολύς'' Elvin Jones.
Ολοι ξέρουμε πως ο Κολτρέην έπαιξε και σοπράνο σαξόφωνο εκτός από τενόρο ,με το οποίο δημιούργησε τον κύριο όγκο των ηχογραφήσεών του. Ο άνθρωπος που του το πρότεινε ήταν ο Miles Davis. Το αγόρασε από αντικερί φίλης του στο Παρίσι και του το χάρισε το 1960. Από τότε ο Τρέην άλλαξε σημαντικά το παίξιμό του το οποίο ήταν προσαρμοσμένο στον τενόρο ήχο που έπαιζε ως τότε. Μέχρι τότε το παίξιμό του έμοιαζε περισσότερο με του Ντέξτερ Γκόρντον, του Σόνυ Στίτ και του Τσάρλι Πάρκερ. Μετά την επαφή του με το σοπράνο ο ήχος του άλλαξε εντελώς και  κάποια στιγμή έγινε χαρακτηριστικός και απόλυτα ''δικός'' του. Ηταν πια πολύ πιό ανάλαφρος και γρήγορος απ' ότι ήταν με το τενόρο. 
Εργασιομανής και απολύτως σοβαρός σαν άνθρωπος ,αμέσως μόλις τελείωνε το παίξιμο στη δουλειά πήγαινε στο σπίτι του και άρχιζε την εξάσκηση μέχρι την επομένη. Αφιέρωνε απίστευτο χρόνο στη μελέτη και δεν είναι τυχαίο οτι το παίξιμό του κάποια στιγμή ήταν συνυφασμένο με τον ίδιο του το χαρακτήρα: Eμοιαζε ο ήχος του σοπράνου του με ανθρώπινη γοερή κραυγή. Εχω στη δισκοθήκη μου μιά ηχογράφηση του ''Spiritual'' στην οποία ο ήχος του είναι σπαραγμός. Το γράφω και ανατριχιάζω ακόμη και τώρα. Εχω την αίσθηση οτι κλαίει μέσα του εκείνη τη στιγμή με λυγμούς. Είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένο το παίξιμό του στη συγκεκριμένη εκτέλεση που όσες φορές το ακούω νιώθω μιά φόρτιση και μια ανατριχίλα, έτοιμος να βάλω τα κλάματα.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Sonny Rollins - ''Oleo''



















Ο εκπληκτικός Σόνυ Ρόλινς εδώ, στο μοναδικό ''Oleo'' . Για την ιστορία του κομματιού να αναφέρουμε τα εξής : Ο Σόνυ έφερνε τις παρτιτούρες μαζί του στο στούντιο ηχογράφησης και τις ξανάγραφε πάλι από την αρχή. Εσκιζε ένα κομμάτι χαρτί και σημείωνε ένα μέτρο, μιά νότα ,ένα ακόρντο ή μια αλλαγή ακόρντων. Οταν μπαίνοντας στο στούντιο τον ρωτούσε ο Μάιλς (Ντέηβις) ''Πού είναι το κομμάτι ;'', ο Σόνυ έλεγε πως δεν το έγραψε ακόμη. Επαιζε ο Μάιλς ό,τι ήταν έτοιμο ,ενώ ο Σόνυ καθισμένος σε μιά γωνιά  μουντζούρωνε διάφορα χαρτιά λέγοντας στο τέλος : ''ΟΚ Μάιλς τέλος, όλα εντάξει''.
Ενα από τα κομμάτια που γράφτηκαν με αυτό τον τρόπο ήταν και το '' Oleo'', τίτλος που χρησιμοποίησε ο Ρόλινς από την Ολεομαργαρίνη, λιπαρή ουσία που χρησιμοποιείτο στη μαγειρική τότε , σα φτηνό υποκατάστατο του βούτυρου, και ήταν της μόδας!. Ο Μάιλς έπαιξε με σουρτίνα, αφήνοντας έξω το μπάσο του Πέρσυ Χήθ. Ο Χόρας Σίλβερ έμπαινε με το πιάνο μόλις σταματούσε η τρομπέτα και το τενόρο του Ρόλινς. Αυτό έκανε και το κομμάτι αυτό μοναδικό.
Την τεχνική αυτή (αν μπορούμε να την πούμε έτσι) ο Μάιλς την έλεγε ''τσιμπητό'', μοιράζοντας τα ρίφ, κομματιάζοντάς τα και κάνοντας σφήνες μέσα και έξω από το ρυθμό. Αυτό γίνεται βέβαια μόνο με κορυφαίο ντράμερ. Και η μπάντα αυτή είχε τον τρομερό Κένυ Κλάρκ ή ''Κλουκ'' όπως ήταν το παρατσούκλι του. Ο Κένυ εκείνη την εποχή ταίριαζε περισσότερο στον ήχο που ήθελαν στις ηχογραφήσεις της Πρεστίζ  οπότε και μπήκε στη θέση του Αρτ Μπλέηκυ.
Η παραπάνω σύνθεση της μπάντας αφορά την ηχογράφηση για την Prestige και όχι τη μπάντα του βίντεο (NHOP with Alan Dawson,Kobenhavn 1965) στην οποία ο Σόνυ σολάρει σε κάποιο σημείο του ομώνυμου κομματιού.





Στο δεύτερο βίντεο, πάλι το ίδιο κομμάτι με τον Miles Davis στην τρομπέτα, τον Hank Mobley στο τενόρο σαξόφωνο, τον Paul Champers στο μπάσο,τον  Wynton Kelly στο πιάνο και τον Jimmy Cobb στα ντραμς. Ηχογράφηση που έγινε στις 19 Μαίου του 1961. Ο Μάιλς νομίζω οτι παίζει την απόλυτη ''bop'', όπως και όλοι τους βέβαια.



  
Και μία  πιό ελεύθερη εκτέλεση του ''Oleo'' από το κουαρτέτο του Herbie Hancock : Herbie Hancock - Piano, Branford Marsalis - Tenor Sax ,Ron Carter - Bass & Tony Williams - Drums




Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

''ΕΝΟΨΕΙ'', Δ. N. Mαρωνίτης, Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Τι να πεις και τι να ομολογήσεις μέρα των βουλευτικών εκλογών. Αν μάλιστα είσαι αποφασισμένος να μη δηλώσεις προκαταβολικά την ψήφο σου, πέρα από την αυτονόητη απόρριψη οποιασδήποτε δεξιόστροφης επιλογής αλλά και βολικής αποχής. Σαν να μη φτάνουν εξάλλου τα αντικειμενικά διλήμματα πολιτικής ουσίας, που έφτασε αισίως στο όριο της απουσίας, ζορίζει και η υποκειμενική αμηχανία για πρόσωπα, πράξεις και πράγματα που βρίσκονται, εδώ και κάμποσο καιρό, σε προβληματική απόσταση από δόκιμες κάποτε ελπίδες, οι οποίες στο μεταξύ ματαιώθηκαν. Και αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: να κλονιστούν τώρα και οι ζωτικές μας ψευδαισθήσεις, δίχως τις οποίες η ζωή γίνεται αυτομάτως ανόητη. Το πράγμα όμως θέλει κάποια εξήγηση.

Τι πάει να πει ζωτική ψευδαίσθηση στον επίκοινο χώρο ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς; Πότε, γιατί και πώς γυρίζει η ευάλωτη αίσθηση σε ωφέλιμη ψευδαίσθηση, κρατώντας με τα δόντια τη ζωτική της αξία; Ωστε να συντηρείται η δύσκολη επιβίωση με ένα υπόλοιπο έμπρακτης αισιοδοξίας, δίχως το οποίο το σώμα και το μυαλό απειλούνται από παραλυτική αδράνεια. Πολύτιμη αναπλήρωση προβληματικών αισθήσεων η ζωτική ψευδαίσθηση βοηθεί, με έμμεσο τρόπο (σαν άδηλη αναπνοή), να αισθανόμαστε βαθύτερα· και κάποιοι να μας αισθάνονται.

Δεν ξέρω άλλον ποιητή της Αριστεράς που να υπερασπίστηκε τις ζωτικές του ψευδαισθήσεις (πολιτικής και υπαρξιακής κατηγορίας) συνεπέστερα από τον Γιάννη Ρίτσο. Ως αντίσταση για να μη γίνουν οι αυτόματες αισθήσεις (η πείνα και η δίψα του κορμιού και του μυαλού) αντικείμενο διαχειριστικής εκμετάλλευσης από τους φορείς όποιας ακόρεστης εξουσίας.

Προς υπόδειξη παραθέτω αποσπάσματα από ώριμο σύνθεμά του που φέρει τον εμβληματικό τίτλο Τειρεσίας (δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1975 στον τέταρτο συλλογικό «Ποιήματα» και αυτόνομος τον Απρίλιο του 1983 από τις εκδόσεις Κέδρος). Το πολύτροπο αυτό χορικό μοιράζεται σε επτά συν μία φωνές και μορφές, που τις συνδέει μεταξύ τους η ενορατική τυφλότητα, ως αναπλήρωση ακριβώς της στερημένης όρασης· προέχει η φωνή και η μορφή του όγδοου τυφλού, που επέχει θέση κορυφαίου.

Στο πρώτο παράθεμα ομολογούν εν χορώ οι επτά μορφές και φωνές: Το μόνο που μάθαμε σίγουρα στο πάει κι έλα του ίσκιου και του ήλιου/ είναι που θα πεθάνουμε- τούτοείναι η γνώση μας, ήμερη γνώση·/ στομώνει τον καημό, στομώνει το κακό μαχαίρι, δεν κόβει πια, ξύνει μονάχα την παχιά μπογιά απ΄ τ΄ αγάλματα/ κι άλλο δεν μένει πάρεξ το άσπρο, το ολόγυμνο.

Οπότε ο όγδοος, κορυφαίος του τυφλού χορού, συμπληρώνει: Μονάχα το άσπρο, το πανύψηλο, το άδειο, / το αστραφτερό, το τυφλό·αυτό μονάχα . Για να καταλήξει ότι σ΄ αυτόν τον γυμνό αγώνα: Κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε,κανείς δεν λείπει. Στη συνέχεια οι επτά του χορού ανοίγουν τα πολιτικά χαρτιά τους: Πολλά πρόσωπα αλλάξαμε, πολλάόχι προσωπεία. / Πίσω από χίλια πρόσωπα κρυφτήκαμε. Μπλεχτήκαμε/με θεούς και μύθους, με άλλους φωτισμούς,με άλλους χρόνους / για να σκεπάσουμε το πρόσωπό μας το βαθύ, το πικρό, το αμετάβλητο, / το άφταιγο, το τιμωρημένο, το μόνο δικό μας. Και ο κορυφαίος προσθέτει: Το άδειο, το σιωπηλό, το ερωτικό, το ανύπαρκτο.

Δεν πρόκειται να σχολιάσω τα ομόλογα αυτά παραθέματα, αντλώντας αποφασιστικά στοιχεία, που ορίζουν την τιμή και την αξία της ζωτικής ψευδαίσθησης στην πράξη, στη σκέψη και στην έκφραση του Γιάννη Ρίτσου. Θυμίζω μόνον ότι η ποίησή του κινείται σταθερά σ΄ αυτήν την περιοχή, προπάντων όταν δοκιμάζεται η αντοχή της ανάμεσα στις συμπληγάδες της πολιτικής και της ποιητικής ηθικής. Κάπου κάποτε διάβασα ότι από όλα τα θρησκευτικά αμαρτήματα το μόνο οριστικά ασυγχώρητο είναι η υβριστική προσβολή του Αγίου Πνεύματος. Παραλλάσσοντας τη φοβερή αυτή προειδοποίηση, προτείνω να θεωρηθεί ασύγγνωστη κάθε δόλια υπονόμευση των ζωτικών μας ψευδαισθήσεων, οι οποίες συντηρούν την πολιτική μας αθωότητα, την πίστη μας σε κάποιες άπιαστες αρχές. Μ΄ αυτές εξάλλου βγάλαμε πέρα την επώδυνη, αγωνιστική δοκιμασία της εφτάχρονης δικτατορίας. Μ΄ αυτές ελπίσαμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ότι ξανοίγει κάπως ο θολός ορίζοντας της δημόσιας ζωής.

Ισως αυτό το, συμπιεσμένο σήμερα, απόθεμα είναι πρόσφορο κριτήριο για να αποφασίσουμε τι και ποιον ψηφίζουμε: μακριά από όσους περιφρονούν και υπονομεύουν τις ζωτικές ψευδαισθήσεις για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Αυτές που έμειναν και επιμένουν ακόμη, ως σωσίβιο ατομικής και πολιτικής αξιοπρέπειας. Να θυμίσω, εξάλλου, ότι σ΄ αυτές στηρίζονται οι τίμιες ανθρωπιστικές επιστήμες, και η καλή λογοτεχνία και τέχνη. Καθαρή ψήφο, λοιπόν, ζωτικά ψευδαίσθητη.


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Oscar Peterson Trio - A Gal In Gallico

Τρεις θρύλοι της τζαζ, στο ''Oscar Peterson trio'', οι Ray Brown στο ακουστικό μπάσσο, Herb Ellis στην κιθάρα και Oscar Peterson στο πιάνο, στο κλασσικό πιά ''A Gal In Gallico''. Εκπληκτικό groovie-feeling από όλους , ειδικά από τον Ελλις ο οποίος αν και λευκός γκρουβάρει ασύστολα ! Οσο για τον Ray,τη μεγάλη μου αδυναμία, είναι απλά ''amazing''  που θάλεγε και ο Orin Keepnews. Ηχογράφηση του 1958.