Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Αγέρωχη, με το βήμα βαρύ, του Γ.Η.Χάρη

''...Την κοιτάζω που ξεμακραίνει ανηφορίζοντας στη σκοτεινή Αριστοτέλους, με το βήμα αργό και σταθερό, πες το βαρύ, το κεφάλι πάντα ψηλά, κρατάει μέσα του τη μουσική του τόπου της, δεν το χρειάζεται το σιντί, και πού να τ’ ακούσει εξάλλου, στο ξένο σπίτι, στον ξένο τόπο, στα ξένα σκατά, όχι, δεν τη λερώνει αυτή, δεν της λερώνεται η μουσική, ούτε καν από δάκρυ.''

 Όλο το πλήρες κείμενο εδώ: http://yannisharis.blogspot.com/2012/03/blog-post_31.html

Τη συγκεκριμένη μπάντα την άκουσα ένα πρωινό κάπου στην Τσιμισκή λίγο μετά την Πλατεία Αριστοτέλους. Εκείνο το πρωινό όλοι οι μουσικοί φορούσαν μαύρα κοστούμια.Συγκινήθηκα μουσικά περισσότερο κυρίως με τα μπάσα όργανα, μα τόσο πολύ, που δε μπόρεσα να γράψω κάτι. Τηλεφώνησα εκείνη τη στιγμή σε έναν αγαπημένο φίλο μουσικό από το κινητό μου το οποίο τοποθέτησα μέσα στη χοάνη της τούμπας για να ακούει. Ο ίδιος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο Βερολίνο.
Θεωρώ την ανάρτηση εκπληκτική και ο λόγος που την αναδημοσιεύω είναι πως συμφωνώ απόλυτα σε όλα, αλλά κυρίως με τα ξένα σκατά.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Ο κύκλος θέλει χέρια για να κλείσει, να γυρίσει ή άλλως κατ΄εμέ τα αληθινά βάσανα είναι εκει έξω


Μιλάς, γράφεις, στοχάζεσαι την προσωπική σου διαδρομή.
Την δικιά σου τρισμέγιστη αλήθεια.
Κάθε που ανοίγεσαι πιάνεις κομμάτια μιας ζωής που θα έπρεπε, λες,  να μην σε παραμελεί, να έχει μπέσα και ήθος ο χρόνος.
Σιωπηλός συντονίζομαι  στον κόσμο σου που σιγοβράζει.
Νιώθω τη στιγμή σου, έχεις δίκιο, συμφωνώ με νεύματα, σαν σοφός ινδιάνος.
Αδικία κατάφορη. Είσαι μόνος και σε βρίσκω ένα ζωντανό, υπέροχο πλάσμα.
Περίεργοι που είναι οι άνθρωποι, κάθε που χασομερώ, εκτιμώ και μια αλήθεια, μια πολυδιάστατη προσωπική διαδρομή που στάθηκε απέναντι στον φθονερό χρόνο με αξιοπρέπεια μα τελικά η χαρμολύπη έγειρε στο  αρνητικό της.
Αναγνωρίζεις πως υπάρχουν κι άλλοι, μα έσυ τό έβγαλες μονάχος.
Αντέγραφες, κόπιαρες, δεν έχει σημασία άλλωστε παρθενογένεση δεν υπάρχει. Όμως τίνος δωράκι πήρες, δε θυμάσαι.
Στο σύνολο είναι που το χάνουμε. Μόλις κάνω να σε δώ μέσα στον κύκλο εσύ ξεμακραίνεις. Για να πώ την αλήθεια, μαζί είναι που την κοπανάμε. Περίεργο, στολίζεις με ένα σωρό λόγια το φευγιό, όχι με φτηνές δικαιολογίες, μα στο  κρίσιμο δεν στέκεσαι.
Γιατί δεν το παλεύουμε παρέα; όταν γινόμαστε μάζα δεν έχουμε τίποτε τρισδιάστατο, ψάχνουμε σε πίνακες της αναγεννήσεως κρυφά αναστάσιμα μηνύματα.
Κρυφά σχολειά, λέξεις και φράσεις, τσιτάτα να μας φωτίσουν ένα στενό δρόμο που έτσι κι αλλιώς δεν περπατάμε.
Αυτό λοιπόν ποτέ δεν το κατάλαβα, ξεμοναχιάζεις τον συνάνθρωπο και σε γεμίζει. Νιώθεις την πληρότητα του, πίνεις νερό στο όνομα του. Στο κοπάδι ο ίδιος, χάνει  κάθε προσανατολισμό.
Βγάζει τα ρούχα του στο βοριά και λέει πως ζεστένεται.
Μελέτες, βιβλία, φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι.
Ένας σκασμός ερμηνείες. Μαρξιστικά, ολιστικά, μοντέρνες καμουφλαρισμένες καπιταλιστικές προσεγγίσεις.
Όλα καλά και το μέλι γλυκό, μα φαίνεται πως έτσι κι αλλιώς ρέπουμε, τρέχουμε πίσω από την αδράνεια. Η όποια ομαδική μας προσφορά, ξεκινά μόλις δούμε τα σκούρα πάνω μας. Όχι γύρω, ή κοντά, μα μέσα μας.
Θα το παλέψουμε παρέα μα μόλις φτάσουμε σε σημείο βρασμού, θα σταθούμε παληκαρίσια μα αφού δούμε σβηστά τα φώτα και δεν έχει κανείς τα κότσια να βρεί μια λαμπαδίνα.
Υπομονή λοιπόν, θα σκάσει, και η εντροπία θα μας παρασύρει φτάνει να μην έχουμε χαθεί στους ατραπούς της επερχόμενης κατάθλιψης μας. Μέχρι τότε, δεν φαίνεται και μακριά, θεωρίες όπως η χομπσιανή θα μιλούν για τον άνθρωπο λύκο που κατασπαράσσει οτι υπάρχει τριγύρω με στόχο την επιβολή της προσωπικής του θέσης.
Αλήθεια πια κρατική μηχανή μπορεί να σταθεί στην μανία της ανθρώπινης φύσης, να δώσει φωτισμένη παιδεία στους επόμενους και λέξεις όπως αλληλεγγύη, ανθρωπιά, αποδοχή , ενσυναίσθηση μα πάνω από όλα δημοκρατία, να μην θυμίζουν γυάλινες φιάλες αναψυκτικών που το περιεχόμενο δεν το γευτήκαμε κάν εμείς, η δικιά μας γενιά, και θα το παραδώσουμε τελικά στην ανακύκλωση.
Πέρα από κάθε πρόταση τα αληθινά βάσανα είναι εκει έξω, αν τολμήσω να παραφράσω τον Τσιοράν, έτσι οι ταιριασμένες λέξεις δεν φτάνουν να αποδώσουν ούτε και την αγέλη που ψάχνει ήχους κουδουνιών για να πορευτεί.
Μένει μια ελπίδα, να ακουστούν και ήχοι που δεν μας πάνε κατευθείαν στο γκρεμό. Ας κάνουμε λοιπόν ησυχία κι ας αφουγκραστούμε τους γύρω συνανθρώπους μας ίσως βρεθεί κάποιο φως σε αυτό το σκοτεινό αδιέξοδο.


Μανώλης Δημελλάς

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

King of Alto Saxophone

Χωρίς κανένα σχόλιο για το βασιλιά του άλτο σαξοφώνου. Ας τον μνημονεύσουμε και πάλι...

 

Έτσι κι αλλιώς σαπίζουν ακόμη και τα βαπόρια.

''Είναι η μοναχική διαδρομή που σε κάνει να γυρνάς προς τα πίσω, να μην θέλεις να μοιραστείς τίποτε, να μην πάρεις, και να μην δώσεις. 


Τότε είναι που σε συναντώ πραγματικά, τότε  έρχεσαι και αγγίζεις όλες τις νευρικές μου απολήξεις, συνδέω κάθε αίσθηση από το περιβάλλον με κρυφά δικά σου μηνύματα, νιώθω πως δεν μπορώ ούτε να τρελλαθώ.
Θυμάμαι τη θάλασσα, είναι μια λεπτομέρεια που έρχεται στα στριφνά βήματα μου. Είναι εκεί, στον Αφιάρτη, που στο γύρισμα του βράχου το γαλάζιο βάφεται στη ψυχή σου, μεταμορφώνεται σε τυρκουάζ, λίγο παρακάτω σαν να κόβει τις ελπίδες, έτσι γεννιέται το μαύρο. Είναι σαν την προετοιμασία της γεννήσεως, στη μήτρα, ζεστά και γλυκά που ήταν, τώρα πια πένθιμες ακολουθίες, δίνουν, προσφέρουν, κάθε μέρα ανθοδέσμες με χρυσάνθεμα μα και άλλα νεκρά λουλούδια.
Σε συναντώ σε κάθε βήμα, εκεί που βλέπω την αγωνία και το φόβο για ένα αύριο θλιβερό, μα πως αλλιώς θα γινόταν, πιο είναι εκείνο το μέλλον που έχει το φως και την δύναμη του τώρα.
Τώρα που είσαι; τα ακροδάχτυλα μου φτιάχνουν με το νου τους οριγκάμι, σου κάνουν καρδιές από χαρτί, θα σου άρεσε τόσο να ανάβεις  να καίες ακόμη και στάχτες.
Ο κόσμος που συναντώ θυμίζει κουρασμένα φαντάσματα, είναι
 εποχή ακατάλληλη, λένε ψιθυριστά, τα μικρά ζωντανά ηχεία, που λες και τάχουν παραχώσει στις ψυχές μας. Τραβώ στην αγορά, εκεί θα ξεχαστώ, θα με παρασύρει και μένα το αίσθημα της καταστροφής, αυτή την ελπίδα έχω, με αυτή ζω. Άδικος ο κόπος, του πατέρα τα λόγια έρχονται και ξανάρχονται σαν απότομος έμετος στη μνήμη,
τα ξερνώ μες το κεφάλι, μες τη νεκρική σιωπή μου, πόσο
κουράστηκα μάτια μου. Τίποτε δεν έχει χρώμα μακριά σου. 


Αφήνω τα παραμύθια ξεβρασμένα σε παραλίες των χαμένων Κυθήρων, μετρώ το χρόνο για γεμίσω με την ανάσα σου στα χείλια μου. Έρχομαι, φθάνω στην αγκαλιά σου.''


O αγαπημένος και πολύτιμος φίλος Μανώλης Δημελλάς συνεχίζει να με βομβαρδίζει με τα υπέροχα κείμενά του σχεδόν καθημερινά. Το ελάχιστο που μπορώ να κάνω είναι να τα μοιράζομαι με όλους αυτούς που θέλουν να αντιστέκονται στη χυδαιότητα που μας περιβάλλει.

Το κείμενό του το διάβασα ακούγοντας από τα Νυχτερινά του Σοπέν το Opus 9, σε εκτέλεση του Α.Ρουμπινστάιν.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Εσύ Πάλι Τι Κάνεις Με Το Ενάμιση Κιλό Μυαλό Σου;


''Στέκομαι πάνω από μια φωτογραφία σου, πόσο επιτηδευμένη ήσουν εκείνες τις ημέρες, μέσα στην άρνηση, στην διαφωνία, τώρα με κοιτάς σιωπηλή, βουβή διαφωνείς, μα μπορεί και να συμφωνείς, μα όλα όπως πάντα, δικές μας γεννήσεις, προσωπικά παραμυθάκια  στα οποία  τρυπώνουν και περαστικές σκιές, άλλοτε γίνονται αγάλματα, κι άλλες φορές το άρωμα τους παραμένει ενώ εκείνα έχουν εξαυλωθεί χρόνο καιρό πριν.
Στα παλιά τα  χρόνια, εκεί που ακόμη δεν υπήρχε η φωτιά, στους μακρινούς προγόνους μας, οι γυναίκες, μάτια μου, κυοφορούσαν πολύ περισσότερους μήνες από την δικιά μας εποχή. Είναι που το ανθρώπινο κεφάλι είχε πολύ μικρότερο όγκο από το σημερινό.
Ήταν σχεδόν στο 1/3 και είχε αντίστοιχα βάρος περίπου 500 γραμμάρια, ήταν τότε που κάποιος μακρινός συγγενής μας ανακάλυψε κάπως περίεργα πως το ψημένο κρέας είναι πιο νόστιμο από το ωμό.
Τότε μικροκαμωμένοι όπως ήμασταν, κοντοί και τριχωτοί, και με την λεκτική επικοινωνία περιορισμένη, μόναχα τα μεγάλα κοφτερά δόντια μας βοηθούσαν στο ξέσκισμα της σάρκας των θηραμάτων μας. 


Εξελιχθήκαμε από τότε, πέρασαν εκατοντάδες χρόνια, μα τα γενεσιουργά μας ένστικτα παραμένουν σταθερά, πάντα, λέξη και αυτή, τα ίδια.
Από τη μιά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης από την άλλη η γεννετήσια ορμή. Δίχως αυτά δεν θα είχαμε διαιωνήσει το είδος, όσο θλιβερό κι αν είναι, και πιθανόν να είχε ησυχάσει και ο πλανήτης από το πιο βρώμερο ζώο.
Να σου κάμω λοιπόν, μια ιστορία, στην βιομηχανική εποχή, τότε που οι γυναίκες γεννάγανε στους εννιά μήνες, όπως και τώρα, και φορούσαν 2 νούμερα μικρότερο ζευγάρι παπούτσια, τότε ήταν που έζησαν και το «φορντικό» μοντέλο παραγωγής.
Στο εργοστάσιο του Χένρυ Φόρντ του αυτοκινητοβιομηχάνου, γεννήθηκε η ιδέα για ένα σύστημα μαζικής παραγωγής. Κύρια άποψη ήταν πως οι εργαζόμενοι πρέπει να πληρώνονται για να δουλεύουν και όχι για να σκέφτονται.
Δούλεψε λοιπόν, ο Φόρντ, πάνω σε ένα μοντέλο γραμμικής παραγωγής όπου ο εργάτης δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα εξάρτημα, χέρια που δούλευαν, έδινε μεν διπλάσσιο μεροκάματο, φυσικά κάτω από προυποθέσεις, αλλά έλεγχε ή καλύτερα προσπαθούσε να  ελέγχει κάθε νευρική απόληξη του εργάτη μέσα αλλα και έξω από τον εργασιακό χώρο, ακόμη και την καθημερινή ζωή.
Τα κριτήρια που έμπαιναν λειτουργούσαν σε όλα τα επίπεδα συνείδησης του υποψήφιου θηράματος-εργαζομένου. Ακόμη και ο καπνός ή το αλκοόλ ήταν θέματα που έδιναν ένα μεροκάματο.
Εμείς προσπερνάμε βιαστικά την ιστορία, τα φιλμ του μοναδικού Τσάρλυ Τσάπλιν, αγγίζουν κυρίως αυτό το θέμα, ειδικά στους «Μοντέρνους καιρούς», η ιστορία χωρίς λόγο καταφέρνει να γίνει πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Τσάπλιν σε μια ταινία παραγωγής 1936, μας δίνει όλα τα προβλήματα της εποχής. Που δεν διαφέρουν σε τίποτε από τα σημερινά. Με θεμελιώδες και πιο κρίσιμο ζήτημα αυτό της ανεργίας. Ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα, και στο βωμό του κέρδους το αφεντικό εξαγοράζει ένα πράγμα, το μέλλον.
Από την άλλη θα περίμενε κανείς σε όλο αυτό το πέρασμα, την αλλαγή της εποχής ο κοινός εργάτης σαν εμένα για παράδειγμα, στις μοντέρνες εταιρίες σε δουλειές που ακόμη είναι πρωτοπόρες για την εποχή αλλά και τη χώρα να αντιδρά δυναμικά. Να συμμετέχει πιο μαζικά, να βλέπει αυτό που φθάνει, να  παίρνει θέση  να ξε-καθαρίζει με ωριμότητα την στάση του.
Δεν θα κρίνω ούτε θα ανάψω προβολείς σε κόμματα που έτσι κι αλλιώς προτιμούν να είναι κοντοπίθαρα για να αποφύγουν μεγαλύτερες ευθύνες.
Αντ αυτού συναντώ ξανά και ξανά συναισθηματικές εμπλοκές σε πρόσωπα και σε χρώματα. Προσκολλήσεις  σε ξεραμένες από τον ήλιο ελπίδες.


Αγαπημένη μου, δυσκολεύομαι να ξεπεράσω την απόσταση του χρόνου, το παρελθόν μας κυνηγά, έτσι κι αλλιώς, και το παρόν δείχνει ακίνητο. Προσπαθώ να δω λίγο πιο νετ το μέλλον ,λιγότερο θαμπό. Μα εσύ έτσι κι αλλιώς δεν ακούς, ακούνε άραγε, οι φωτογραφίες; ''


Μανώλης Δημελλάς

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Οι περιττές αξίες και ζωές. Ένα κουβάρι - Η κόλαση θα τον υποδέχθηκε με πανηγύρια.

Θα αναρτούμε και θα διαφημίζουμε ασύστολα (το κάνουμε ήδη και θα συνεχίσουμε) τα γραπτά και τα βιβλία των φίλων μας.Ο συγκεκριμένος φίλος έχει κάνει ήδη Ανάσταση στην Κάρπαθο κι εγώ διαβάζω Τσιοράν.


Μόνο φίδι δεν είχα για συντροφιά, σκέφτηκα. Μα η συνάδελφος και συνοδοιπόρος και σε αυτό το ταξίδι όπως και στα περισσότερα, Μαρία Καρχιλάκη, με επανέφερε.
Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου θα έχεις και ένα φίδι 4 μέτρα; είσαι εντελώς χαμένος;
Στην αγορά της Παρασκευής, μπορείς να αποκτήσεις ότι κρυφό και παράλογο μπαινόβγαινε στα όνειρα σου. Καλά μπορεί να γίνει και εμμονή με τη πρώτη ματιά, δεν χρειάζεται να το έχεις προμελετήσει, είναι αυτό το chemistry, η χημεία, ο έρωτας, που σε βάζει να κάνεις και το φακίρη, να αγγίζεις αναμμένα κάρβουνα, όχι να τα αγγίζεις να τα καταπίνεις, να φτύνεις και τα κουκούσια. Έχω μια αδυναμία σε όλες αυτές τις αγορές, τα παζάρια του κόσμου, που όσο πιο ταπεινή, όσο πιο φτωχική είναι η χώρα, τόσο πιο παράξενο τόσο πιο περίεργο είναι το δρώμενο του γιουσουρούμ.
Στην Αγκόλα για παράδειγμα έξω από την Λουάντα, την πρωτεύουσα, είναι κυριολεκτικά αμέτρητος ο κόσμος που μαζεύεται. Κόσμος που πουλά, αγοράζει οτιδήποτε, δεν ξεχωρίζεις το χρώμα των ανθρώπων, όλο αυτό το σμάρι, το πέλοτον, δείχνει να αναπνέει σαν με ένα πνεύμονα.
Αλλά πολύ βαθειά δεν είναι για όλους, οι μυημένοι μοναχά πάνε παρακάτω, αυτοί που είναι περαστικοί στέκονται στην αρχή καλύπτοντας ανάγκες καθημερινότητας. Στο βάθος, εκεί που χάνεται το μάτι ψίθυροι μιλούν ακόμη και για βαρειά όπλα, πυραύλους, περίεργα χημικά αλλά και όμορφες μαύρες. Από εκείνες που μου έλεγε ο Νικόλας στο Γιοχάνεσπουργκ οτι αν σε φιλήσουν, μένει το χνάρι τους πάνω σου, το κουβαλάς μες την ψυχή συμβόλαιο, τόσο που το παραδίνεις και στους επόμενους τις γενειάς σου.
Δεν προχώρησα, φοβήθηκα, μην και ανταλλάξω την κάμερα με πραγματικά όπλα και από καταγραφές καταλήξω σε διαγραφές.
Στην Αρμενία, στο Γερεβάν, το αντίστοιχο παζάρι είναι πιο άχρωμο και καθόλου στριμωγμένο, κυριαρχεί η μνήμη, ένα παρελθόν που αν και κανείς δεν δείχνει περήφανος όλοι το αποζητούν.
Το σφυροδρέπανο είναι σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα που μου άρεσαν, μεγαλώσαμε μα τα παιγνίδια της νιότης μπαινοβγαίνουν σαν γλάροι στο μυαλό.
Μα τι να σας πω για το Πακιστάν, την Τουρκία, το Ιράκ. Στην Βαγδάτη ήταν που μια Παρασκευή, εκεί ο Θεός θέλει την Παρασκευή δικιά του, ερωτεύτηκα ένα φίδι. Σκέφτηκα ώριμα, καλή παρέα, ήσυχο, με το δικό του σενάριο ζωής. Σίγουρα δεν ψάχνει σε μένα το μισό του πορτοκάλι.
Πάει το φιδάκι, δεν έγινε το deal, μα λίγο πριν τους Αμερικάνικους βομβαρδισμούς, ο κόσμος αμφέβαλλε για το κακό που θα άγγιζε τις ζωές τους. Έτσι είναι πάντα δεν μπορούμε να πιστέψουμε στην αλήθεια και πιστεύουμε σε κάθε τσαρλατάνο.
Είχα και στον αγαπημένο Πειραιά ένα Παζάρι, πήγαινα τακτικά, βιβλία, μια κουβέντα, ένα κοίταγμα, με γνωρίζανε, κάθε που με βλέπανε με το σπαστό ποδηλατάκι έβλεπα το χαμόγελο που μάλλον έδειχνε πως καλωσόριζαν τον βλαμμένο.
Άνθρωποι που δεν υπάρχουν, ζούν σε παράλληλο σύμπαν, αγνοημένοι από την επίσημη κυβερνητικοί μηχανή που τώρα πια ξεκουρδίστηκε.
Πουλούσαν αντικείμενα μαζεμένα από σκουπίδια, βιβλία νεκρών, τσοντοπεριοδικά που κανείς πια δεν διαβάζει πια, αφού και η μαλακία θέλει άλλες προσλαμβάνουσες και όχι την φαντασία.
Με λίγα ευρώ έφευγα με διάφορα άχρηστα μικροπράγματα, μα το περιττό δεν είναι όλη η ζωή μας.
Τώρα πια δημοτικοί αστυνόμοι, ένστολοι, περιφρουρούν τους γυμνούς από κόσμο δρόμους. Απαγορεύοντας κάθε παρά-νομη συναλλαγή.
Μοναχά ο θόρυβος των αυτοκινήτων σκεπάζει τη βιασμένη σιωπή.
Λιγοστοί περαστικοί ποντικοί, λίγο λαδωμένοι, βιάζονται να κρυφτούν στα διπλανά ερείπια και εγώ, μετέωρος, αναζητώ τα περιττά κομμάτια που μου πήρε ο νόμος και η τάξις. 

..............................................................................................................................................................


Ο Στέλιος ήταν μάλαμα. Ένας σκουπιδιάρης με ψυχή μικρού παιδιού.
Γυρνούσε, έφερνε βόλτα τα στενά και αναστέναζαν τα σιχαμερά σκουπίδια, που ζωντανά κι αυτά έχουν μάθει το χούι μας.
Να πετάμε τη κάθε λογής βρωμιά μας αδιάντροπα, έτσι, για να μπορούμε μετά να πούμε, μέσα μας, πως είναι δικό μας όλο το μαγαζί. Όλο το περιβάλλον κτήμα μας. Σαν τα σκυλιά, που κατουράνε σε κάθε κολώνα, για οριοθετήσουν το δικό τους χώρο. Μα θα το κάναμε κι εμείς, αν δεν ντρεπόμασταν για τα γεννητικά μας όργανα.
Πάμε πάλι, ο Στελάρας ήταν ένα παιδί που έδινε και τα λιγοστά ρούχα του σε όποιον έβλεπε πως είχε ανάγκη. Αγράμματος μα γεμάτος ευγένεια, έμφυτη παιδεία γιατί αγαπούσε τους ανθρώπους. Ότι άγγιζε, με τα ροζιασμένα και θεοβρώμικα χέρια του, ήταν σαν να του ζητούσε να χορέψουν. Ένα χορό από εκείνους του ΄50. Αυτούς που ο ερωτισμός είναι υποψία στα μάτια, ούτε καν στο μετωπιαίο λοβό.
Βαρειά αλκοολικός με γνώρισε με την μοναδική του φίλη, σύντροφο.
Έπινε, μα δεν ενοχλούσε κανέναν. Ήταν σαν ερωτευμένος κάθε που περνούσε το σκαλοπάτι, που ταξίδευε με τις λογιών μίξης υγρών που έκανε.
Ξεκινούσε από το μαύρο χάραμα, το δικό μου ξημέρωμα, γιατί για κείνον δεν ήταν παρά μια παραζάλη η ζωή. Μοναχά η φίλη του στεκόταν από δίπλα και τον συντρόφευε σε κάθε κίνηση του.
Η μοναξιά. Για κείνη τα έκανε όλα, από μια απροσδιόριστη ηλικία βρέθηκε στη ζωή σαν σε παράλληλη ταινία που πρωταγωνιστής ήταν αυτός μα δεν υπήρχε ούτε ένας δεύτερος ρόλος.
Η μοναξιά που δεν παλεύεται, ούτε και χαρακτηρίζεται, αποφεύγεις να τη κουβεντιάσεις. Ντρέπεσαι και λες είμαι κοινωνικός, αλλά στη πραγματικότητα ανοίγεις και κλείνεις ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, πατζούρια και κάθε ήχος προκαλεί, διεγείρει μνήμες, μόνο και μόνο για να μην της μιλήσεις.
Ο Στελάκης χαιδευόταν μαζί της, ερωτοτροπούσε. Άγγιζε τη ράχη της και εκείνη ανατρίχιαζε,  του έπιανε με τη σειρά της και του τραγουδούσε σαν σειρήνα, του λέγε λόγια για την ανυπαρξία μας, για τη μικρότητα μας.
Έφυγε, ο Στέλιος, τον βρήκαν έπειτα από μέρες να ζέχνει σε ένα κλειδαμπαρωμένο σπίτι. Ήταν και εκείνη μαζί του, έκλαιγε στα σκοτεινά, μαύρο δάκρυ. Ούτε που την πήραν είδηση.
Τώρα ψάχνει στέγη, φιλοξενία, να χεις το νού σου,  είναι καλή παρέα και πάνω από όλα εχέμυθη. Μεγάλη υπόθεση στις μέρες μας...


 Μανώλης Δημελλάς

Ενα κείμενο-γροθιά του οπερατέρ Μανώλη Δημελλά!

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Στην σκιά είναι καλύτερα από το φώς σου.

''Στραφταλίζεις μέσα στο ριγέ πουκάμισο. Φαίνεται ακριβό, φαρδύ για να κρύβει τον λιπώδη ιστό και τον ιδρώτα σου. Είσαι  ψηλός, φαρδύς, με έντονα χαρακτηριστικά, επιβλητικός. Όλα δείχνουν οτι ξέρεις  καλά τη δουλειά σου. Ένας ακόμη Image maker. Δεν με πειράζει που με παρατηρείς, ούτε και που θέλεις να προσέχω το αφεντικό σου. Μεροκάματο και συ. Είναι που δείχνεις να το νιώθεις, να το πιστεύεις έρχεσαι να σώσεις την Ελλάδα. Τονίζεις την κρισιμότητα της στιγμής, είναι και εκείνα τα ψίχουλα στο σακάκι σου. Μάλλον είναι πρωινά σουσάμια ίσως και ξεραμένα τυριά. Τυρόπιττα τέσσερα τυριά με καπουτσίνο, έτσι σε φαντάζομαι, κινητό με Bluetooth, στο βολάν και όποιον πάρει ο χάρος.
Στο τέλος μου λές με νόημα: .....αν δεν βγεί καταστραφήκαμε, θα γυρίσουμε χρόνια πίσω, θα , θα...μιλάς λες και είσαι έτοιμος να ακυρώσεις ακόμη και τον ήλιο. Μα ποιός σε έχρησε σωτήρα;

Που ξεκινά η σιγουριά πως η μάνα σου όταν σε έφερε στον κόσμο είπε πως πρόκειται για παιδί φωτισμένο, αυτά τα indigo;

Ο αρχηγός σε κοιτά μάλλον με απαξία, σου δίνει την ίδια σημασία με μένα. Μοναχά που εσύ μπαινοβγαίνεις και προστάζεις, περιμένεις την δικιά σου στιγμή.  Με εντυπωσίασες, σπάνια στέκομαι  πια σε σφογγοκολάριους, αλλα εσύ κρατάς την σημαία.

Η κάμερα θα  γράψει μα εγώ σε αγνοώ.

Το μυαλό παίζει περίεργα, αναπτύσσει ένα σωρό μηχανισμούς για να μας βγάλει από το τέλμα μας.  Δραπετεύω από τη επιτήδευση του κομματικού συμφέροντος. Ταξιδεύω στην Κοζάνη,   στον  Δημήτρη που με γνώρισε με τον φιλόσοφο Σιοράν, με τα γραπτά του. …οτιδήποτε επιχειρεί ο άνθρωπος στρέφεται εναντίον του. Κάθε πράξη είναι πηγή δυστυχίας επειδή η δράση αντιστρατεύεται την ισορροπία του κόσμου, θέτει ένα σκοπό και προβάλεται στο γίγνεσθαι.

Η παραμικρή κίνηση είναι ολέθρια. Απελευθερώνουμε δυνάμεις που τελικά μας συντρίβουν. Η αληθινή ζωή είναι αυτή που δεν θέτει στόχους…..(ο Σιοράν το 1989 στην Συλβί Ζωντώ)

Η κάμερα κλείνει, σβήνει καταγράφοντας έναν παροξυσμό έκκρισης των πιθανοτήτων του πνιγού ή της σωτηρίας μας.

Ίσως λίγο το φόντο να μην προσέδιδε δραματικότητα μα δεν είναι και Κουροσάβα ο φίλτατος Image maker.

Ένιωθα σαν να συνουσιάστηκε το σύμπαν και να τέλειωνε πάνω μου.''


Μανώλης Δημελλάς.

Το Μανώλη τον γνώρισα διαδικτυακά, με αφορμή το κοινό μας χόμπυ την ποδηλασία δρόμου, αλλά δε φανταζόμουν ποτέ πώς μπορεί να νιώσει κάποιος για έναν άλλο άνθρωπο χωρίς καν να τον δει από κοντά, ούτε καν να μιλήσει μαζί του. Εδώ και καιρό μου προσάπτει πράγματα στα οποία υπερβάλλει, είμαι βέβαιος γι αυτό. Με έκανε να κλάψω κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, εμένα ένα πνευματικό τέκνο του Διαφωτισμού και της Δύσης, μ΄αυτά που μ' έγραφε. Δεν  έχω ανοίξει την τηλεόραση εδώ και χρόνια (από το 1998), δε βλέπω ποτέ με αποτέλεσμα να μη τον έχω δει και να μην τον ξέρω από τη δουλειά του (είναι ο διασημότερος φωτογράφος/κάμεραμαν/φωτορεπόρτερ του MEGA Channel), με πλήθος ρεπορτάζ και ντοκυμαντέρ σε εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη (Λίβανος,Παλαιστίνη, στρατόπεδα προσφύγων, κλπ). http://eyeofbeauty.blogspot.com/ .Το καταπληκτικό με τον άνθρωπο αυτό είναι πως ζώντας μέσα σ' αυτή τη φριχτή καθημερινότητα (εγώ δε μπόρεσα ποτέ να ζήσω την πραγματικότητα και είμαι αποτραβηγμένος στο δικό μου κόσμο, απέχω εντελώς από αυτήν) δεν έχασε διόλου το ανθρώπινο κομμάτι του. 
Αν για κάτι μισώ τους ανθρώπους (τους μισώ γενικά τους ανθρώπους, τους θεωρώ ανάξια όντα για όλα ,πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) είναι για το οτι μεγαλώνοντας και γερνώντας γίνονται όλο και περισσότερο αναίσθητοι. Αναίσθητοι στο χαμόγελο, αναίσθητοι στους χτύπους της καρδιάς τους, αναίσθητοι στην κουβέντα ενός φίλου, αναίσθητοι στα συναισθήματά τους,αναίσθητοι στο φτερούγισμα ενός πουλιού, αναίσθητοι....αναίσθητοι.... Ο Θεσσαλονικιός μας ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει πει μια φοβερή αλήθεια : ''Το τρομερό με τις ανθρώπινες σχέσεις είναι οτι στο τέλος πάντοτε ο χαρακτήρας σκοτώνει τον έρωτα''.
Ο Μανώλης αντίθετα, μόλις βρει ευκαιρία, μου εξακοντίζει ένα βέλος από τη φαρέτρα της ανθρωπιάς του και με κάνει να κλαίω κυριολεκτικά, δε ντρέπομαι να το πω. Περνώ και μια περίοδο της ζωής μου τώρα κυριολεκτικά απορρυθμισμένος, έχουν έρθει τα πάνω-κάτω στην ψυχή και τον εσωτερικό μου κόσμο, αλλά θα ακολουθήσω την πυξίδα της καρδιάς μου (...Η παραμικρή κίνηση είναι ολέθρια. Απελευθερώνουμε δυνάμεις που τελικά μας συντρίβουν... όπως γράφει και ο λατρεμένος μου Σιοράν), ζω αυτή την περίοδο της ''άσεμνης αλήθειας'' όπως γράφει ο πατέρας Μ., με αποτέλεσμα να είμαι ευάλωτος στα κείμενά του και τις μικρές αλήθειες του. Έχει χρυσή καρδιά και μιαν απύθμενη έμφυτη ευαισθησία μέσα του που νομίζω πως ούτε κι ο ίδιος το γνωρίζει. 
Τον ευχαριστώ που υπάρχει στη ζωή μου.
Το κείμενο αυτό το γράφω δακρυσμένος και στα πρόθυρα κατάρρευσης...

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Στο όνειρό μου ο Σιοράν

Κατά καιρούς, επιθυμία μεγάλη με καταλάμβανε να στείλω ένα γράμμα στον στοχαστή Σιοράν. Ελεγα να βιαστώ, γιατί άνθρωπος είμαι και ποιος ξέρει τι μου ξημερώνει. Συνήθως, όμως, μόλις ολοκλήρωνα το γράμμα, το έσκιζα και το πέταγα στα σκουπίδια. Μετά άρχιζα πάλι από την αρχή - πράγμα που θύμιζε εργόχειρο χωρίς τελειωμό. Αποκαρδιωμένος, κάποτε παράτησα αυτή την ιστορία και τότε, όπως όλα που εμφανίζονται στην ώρα τους, μέσα στο όνειρο ήρθε ο Σιοράν, με αργές κινήσεις, σαν ένα μυθικό πτηνό, μακρινό και αγαπημένο.
-- Μπορείς να μου πεις, τον ρώτησα, τι λύσσα είναι αυτή που μας πιάνει να είμαστε πρώτοι και επιτυχημένοι;
ΣΙΟΡΑΝ: Ενας Καίσαρας βρίσκεται πιο κοντά σ' έναν βλαχοδήμαρχο παρά σ' ένα πνεύμα τέλεια διαυγές, το οποίο όμως στερείται του ενστίκτου της κυριαρχίας. Το πρωταρχικό είναι να διατάζεις: σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν. Είτε έχετε υπό την εξουσία σας μια αυτοκρατορία, είτε μια φυλή, μια οικογένεια ή έναν υπηρέτη εκδιπλώνετε το τάλαντό σας ως τύραννος, ένδοξα ή γελοία: οι πάντες ή ένας μόνο άνθρωπος βρίσκονται υπό τις διαταγές σας. Ετσι αρχίζει η σειρά των συμφορών που γεννιούνται από την ανάγκη του άρχειν... Συναναστρεφόμαστε παντού σατράπηδες: ο καθένας -ανάλογα με τα μέσα του- αναζητεί ένα πλήθος δούλους ή αρκείται σ' έναν. Κανείς δεν αρκείται στον εαυτό του: ο πιο μετριοπαθής θα βρει πάντα έναν φίλο ή μια σύντροφο για να πραγματώσει το όνειρο της αυθεντίας του. Οποιος υπακούει, θα κάνει με τη σειρά του τους άλλους να τον υπακούσουν: αυτή είναι η υπέρτατη επιθυμία όλων. Μόνο οι ζητιάνοι και οι σοφοί δεν την αισθάνονται -εκτός κι αν το παιχνίδι τους είναι πιο λεπτό...
-- Πόση ανάγκη έχουμε τώρα τον Διογένη τον κυνικό;
ΣΙΟΡΑΝ: Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι πρέπει να χάσει ένας άνθρωπος για να βρει το σθένος ν' αψηφήσει όλες τις συμβάσεις, δεν μπορούμε να ξέρουμε τι απώλεσε ο Διογένης για να γίνει ο άνθρωπος που επέτρεψε τα πάντα στον εαυτό του, που έκανε τις πιο μύχιες σκέψεις του πράξεις με μιαν υπερφυσική ιταμότητα, όπως θα έκανε ένας θεός της γνώσης, λιβιδικός και συνάμα αγνός. Κανείς δεν ήταν πιο φιλαλήθης· οριακή περίπτωση ειλικρίνειας και διαύγειας και συνάμα παράδειγμα αυτού που θα ήμασταν αν η εκπαίδευση και η υποκρισία δε χαλιναγωγούσαν τις επιθυμίες και τα νεύματά μας.
-- Θυμάσαι να μου πεις μια ιστορία από τη ζωή του;
ΣΙΟΡΑΝ: Μια μέρα κάποιος τον κάλεσε σ' ένα πλούσιο σπίτι και του είπε: «Προπαντός μη φτύνεις στο πάτωμα». Ο Διογένης, που ήθελε να φτύσει, τον έφτυσε στο πρόσωπο, λέγοντάς του ότι αυτό ήταν το μόνο μέρος που έκρινε κατάλληλο για να φτύσει. Ποιος είναι εκείνος που, προσκεκλημένος από έναν πλούσιο, δε λυπήθηκε επειδή είχε ωκεανούς σιέλου, για να τους προσφέρει στους δυνατούς της Γης; Και ποιος δεν κατάπιε τη φτυσιά του από φόβο μήπως τη ρίξει στο πρόσωπο ενός σεβάσμιου και κοιλαρά ψεύτη; Ολοι είμαστε γελοιωδώς φρόνιμοι και δειλοί: Ο κυνισμός δε διδάσκεται στο σχολείο. Ούτε και η περηφάνια.
-- Και για το χριστιανισμό τι έχεις να πεις;
ΣΙΟΡΑΝ: Υπέρτατο καρύκευμα, ο χριστιανισμός παραείναι βαθύς -και προπαντός ρυπαρός- για να διαρκέσει ακόμα: οι αιώνες του είναι μετρημένοι. Ο Ιησούς από μέρα σε μέρα γίνεται πιο άνοστος. οι επιταγές καθώς και η προσήνειά του ενοχλούν. Τα θαύματα και η θειότητά του προκαλούν γέλια. Ο Σταυρός γέρνει: από σύμβολο ξαναγίνεται ξύλο, [...]. Η ιδέα ότι, όπως όλοι μας, μπόρεσα έστω και για ένα λεπτό να είμαι ειλικρινά χριστιανός με κάνει αμήχανο. Ο Σωτήρας μού προκαλεί ανία. Οραματίζομαι ένα σύμπαν χωρίς ουράνιες τοξίνες, ένα σύμπαν χωρίς σταυρό και πίστη.
Αυτά μου είπε ο Σιοράν και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Του Γιάννη Κακουλίδη από το ''Ριζοσπάστη'' της  Κυριακής 12 Γενάρη 2003. Την αφορμή για την ανάρτηση έδωσε ο αγαπημένος φίλος Μανώλης Δημελλάς, διάσημος φωτορεπόρτερ του MEGA Channel